Από τις αρχές Απριλίου φάνηκε ότι κάτι κυοφορείτο. Μιά ο Αποστόλης ο Χρυσοχοϊδης, μιά ο Γιώργος ο Χρυσικάκης έπρεπε να φύγουν από την 128ΣΕΤΗ εσπευσμένα γιατί τους καλούσαν από το ΓΕΑ˙ άλλοτε ο ΥΓΕΑ, άλλοτε ο Α’ ή ο Γ’ Κλαδάρχης. Μάλιστα μια φορά ο Α’ Κλαδάρχης ήρθε ο ίδιος στο Καβούρι και μπήκε φουριόζος μέσα στην αίθουσα, σε ώρα διαλείμματος και άρχισε να μιλά στον Γιώργο, προβληματισμένος για κάτι, όταν δε αντιλήφθηκε ότι καθόμουν μέσα και διάβαζα σιωπηλά, θύμωσε, φαντάζομαι με τον εαυτό του περισσότερο και με αυστηρό ύφος, με διέταξε να βγω έξω!
Όταν μετά, περίεργοι, ρωτούσαμε τον Απόστολο ή τον Γιώργο τί συνέβαινε τέλος πάντων, εκείνοι απέφευγαν την απάντηση και σφύριζαν απλώς αδιάφορα!
Όμως έφτασε κάποτε η μέρα που μας ανακοινώθηκε, με κάθε επισημότητα παρακαλώ, ότι είχε αποφασιστεί από το ΑΑΣ η μεταφορά των δύο AN/TPS-43 σε συγκεκριμένες θέσεις στο Αιγαίο. Επρόκειτο μάλιστα να τα μεταφέρουμε και να τα ενεργοποιήσουμε εμείς, καθώς και να παρακολουθήσουμε την απόδοσή τους κατά την διάρκεια μιας επερχόμενης άσκησης! Για τον σκοπό αυτό θα χωριζόμαστε σε δύο ομάδες που θα ακολουθούσαν τα δυό RADAR και θα τα ενεργοποιούσαν στις επιλεγμένες θέσεις! Ωραία όλα αυτά, αλλά τις συγκεκριμένες θέσεις δεν επιτρεπόταν να τις μάθουμε! Αυτό ήταν εντελώς μα εντελώς, Άκρως Απόρρητο!

Οι μέρες περνούσαν αλλά δεν μπορούσαμε να πάρουμε λέξη! Και να μας τρώει η περιέργεια! Μα, πού θα πάμε; Γιατί τόση μυστικότης; Τελικά η μεγάλη μέρα ήρθε! Μας φώναξαν στο ΓΕΑ για να μας ετοιμάσουν τα φύλλα πορείας. Θα αναχωρούσαμε το βράδυ. Επιτέλους θα μαθαίναμε!
Θα μαθαίναμε; Αμ δε! Στο προσωπικό μας πήραν τις ταυτότητες και όταν ετοίμασαν τα φύλλα πορείας, τα παρέλαβαν οι δύο αρχηγοί των ομάδων οι οποίοι τα κράτησαν οι ίδιοι και πάλι δεν μας είπαν τίποτα! Το μόνο που μάθαμε ήταν ότι το βράδυ θα αναχωρούσαμε από τον Πειραιά με δύο Οχηματαγωγά του Ναυτικού. Εγώ ήμουν στην ομάδα του Γιώργου του Χρυσικάκη. Φτάσαμε στο καράβι μας νωρίς το απόγευμα, αλλά θα αναχωρούσαμε αργότερα, όταν θα βράδιαζε˙Απόρρητη η αποστολή, γαρ! Η έκπληξή μας μεγάλη, όταν ο Χρυσικάκης μας ζήτησε τις ταυτότητές μας και τις συγκέντρωσε σε μια βαλίτσα μαζί με τα Φύλλα Πορείας. “Διαταγές του κύριου Αρχηγού!”, μας ενημέρωσε. Θα μαθαίναμε τον προορισμό μας την άλλη μέρα το πρωί. Τα RADAR βρίσκονταν ήδη στα καράβια όπου είχαν μεταφερθεί από άλλες ομάδες του 202 ΚΕΑ.
Βρεθήκαμε λοιπόν να ρεμβάζουμε στην κουπαστή, περιμένοντας την αναχώρηση, μήπως και μάθουμε τελικά που θα πηγαίναμε. Η βραδυά δεν πέρασε ήρεμη πάντως. Βλέπετε, ο Κυβερνήτης ήταν εξαφανισμένος στην κουκέτα του και είχαμε να κάνουμε με τον Ύπαρχο, έναν μουρτζούφλη κομπλεξικό που για κάποιον λόγο έμοιαζε να μισεί τον κόσμο όλο και πάνω απ’ όλους εμάς, την ομάδα μας, γιατί φαίνεται του χαλούσαμε την ησυχία του, ή την σούπα, ή και τα δυό μαζί.
Τώρα είπα “σούπα”, και τί θυμήθηκα! Κάποια στιγμή ανακαλύψαμε ότι η επιμελητεία του καραβιού δεν είχε προβλέψει δείπνο για την ομάδα μας. Ο Ύπαρχος μας είπε σε αυστηρό ύφος ότι αυτό δεν ήταν δική τους δουλειά και ότι η ΠΑ έπρεπε να το είχε φροντίσει! Να βγούμε έξω στο λιμάνι για σουβλάκια έστω, ούτε λόγος! Η επιχείρηση ήταν Άκρως Απόρρητη, το είπαμε αυτό! Οι μπουκαπόρτες είχαν ανέβει και σφραγιστεί! Προσωρινή λύση να κόψουν μικρότερες τις μερίδες των αξιωματικών και να τις μοιραστούμε! Αλλά για τους Ανθυπασπιστές και τους Υπαξιωματικούς, τίποτα! Ποιός είδε τον Θεό ή τον Χρυσικάκη και δεν φοβήθηκε! Ο Γιώργος άφρισε, κοκκίνισε, βγήκε εκτός εαυτού! Άρχισε να ρίχνει μπουνιές στα σίδερα! Πίστεψα σοβαρά ότι ή θα τουρχόταν εγκεφαλικό ή ότι θα έπνιγε τον Ύπαρχο, πριν να προλάβουμε να σαλπάρουμε καν! Μετά από φωνές που πρέπει να ακούστηκαν μέχρι και στην ξηρά, βρέθηκε μια όχι και τόσο ιδανική λύση : Οι Υπαξιωματικοί θα βολεύονταν τρώγοντας πρόγευμα και το βράδυ!
Καθήσαμε αμίλητοι να δειπνήσουμε στο Καρέ των αξιωματικών. Ο Κυβερνήτης άφαντος! Του πήγαν το φαγητό στην κουκέτα του. Στο τραπέζι είχαμε τον Γιώργο να βγάζει αφρούς από τη μιά και τον Ύπαρχο μουτρωμένο να παραμιλάει συνεχώς σε μια γλώσσα που μόνο αυτός καταλάβαινε! Το επεισόδιο που ακολούθησε, νομοτελειακό : Ο καμαρότος μας έφερνε τις μερίδες μία μία, κατεβαίνοντας μια ανεμόσκαλα καραβίσια, κάθετη. Όταν έφερνε την δική μου μερίδα, μία γωνιά του παστίτσιου πλάγιασε και διαλύθηκε. Ο Ύπαρχος του έβαλε τις φωνές γιατί ήταν απρόσεκτος, ανίκανος και τα τοιαύτα. Προσπάθησα να σώσω τον καμαρότο λέγοντας στον Ύπαρχο ότι δεν είχε γίνει δα και τίποτα και ότι εμένα δεν με πείραζε. Μου απάντησε ότι δεν τον ενδιέφερε τί κάνουμε εμείς στην Αεροπορία, αλλά στο Ναυτικό, η υποχρέωση να κρατά την πειθαρχία στο καράβι ήταν δική του και καλό θα ήταν να μην ανακατευόμουν με τα καθήκοντά του! Δώσαμε τόπο στην οργή και πήγαμε να κοιμηθούμε εκνευρισμένοι, όλοι μας.
Πρωί πρωί, έπρεπε να υποστούμε πάλι τα μούτρα του Ύπαρχου, μα ευτυχώς τώρα, εμφανίστηκε κεφάτος ο Κυβερνήτης και τα πράγματα πήραν μια πιό ευχάριστη τροπή! Μας χτύπησε στο πρόσωπο κι ένας Μαΐστρος από τα αριστερά που μας φάνηκε καλός οιωνός! Αλλά για το πού αρμενίζαμε, ιδέα! Έπρεπε να φτάσουμε να δούμε την Βάλαξα κατά τις 8:30 το πρωί για να μάθουμε ότι τελικά, εμείς πηγαίμανε στην Σκύρο! Εξαιρετικώς Άκρως Απόρρητον, μην τα ξαναλέμε!
Πιάνουμε στην Λιναριά και ξεφορτώνουμε. Το Οχηματαγωγό είχε διαταγές να μας αφήσει και να φύγει, δεν μπορούσε να περιμένει. Αρχίζουμε στα γρήγορα να φορτώνουμε τα φορτηγά της Μονάδας και να δένουμε τα ρυμουλκούμενα˙ μα η Μονάδα εκείνης της εποχής, ήταν “φτωχή” σε μέσα! Το VAN των Επιχειρήσεων και τα δυό Ηλεκτροπαραγωγά Ζεύγη δεν μπορούσαν να φορτωθούν! Ο Χρυσικάκης αποφασίζει γρήγορα : Η αφεντιά μου και ο Γιώργος ο Μοσχίδης (της 19ης ΣΤΥΑ θαρρώ, Θεός σ’χωρέστον πιά, Σμηνίας τότε), μένουμε να φυλάμε τα μηχανήματα που δεν μπορούσαν να φορτωθούν, περιμένοντας να ξανάρθουν κάποια φορτηγά για να τα μεταφέρουμε κι αυτά.
Μένουμε λοιπόν πίσω οι δυό μας να περιμένουμε, χωρίς καμμιά ιδέα πόσο μακρυά να ήταν η Μονάδα και πόση ώρα θα έκαναν τα REO για να επιστρέψουν. Οι ώρες περνούν και εμείς περιμένουμε˙ χωρίς καφέ, χωρίς λίγο ψωμί, χωρίς καν νερό. Περιμένουμε απομονωμένοι στον μώλο της Λιναριάς μαζί με τα μηχανήματα˙ να μας χτυπάει ο ήλιος και να κρεμάμε σιγά σιγά από την κούραση. Ένας δυό περίεργοι ρίχνουν κλεφτές ματιές από μακρυά και πάλι εξαφανίζονται˙και οι ώρες περνούν!
Κάποιος ψαράς, πιό θαρραλέος, απ’ ότι φαίνεται, αρχίζει να κόβει βόλτες στην αποβάθρα και σιγά σιγά, όλο και πλησιάζει. Μετά μισή ώρα βολτάρισμα πλησιάζει αρκετά για να ακουστούμε! “Έ, μάστορα!” του φωνάζω. “μπορείς να μας φέρεις λίγο νερό;”… “Μετά χαράς παληκάρι μου!” λέει και φεύγει τρέχοντας να πάει σε κάτι που έμοιαζε με καφενείο. Βλέπετε, είχε πιάσει επαφή με τους νιόφερτους κι ήταν ενθουσιασμένος!
Επιστρέφει σε λίγο, κρατώντας μια κανάτα νερό και δυό ποτήρια. Έρχεται κοντά και μας κερνάει. Καθώς έχω βάλει το ποτήρι στα χείλια και ετοιμάζομαι να πιώ, “Να σου πω παληκάρι μου!”, μου λέει! “Τούτο ‘δώ είναι το καινούριο Ραντάρ που περιμένουμε τόσο καιρό;”
Κόντεψα να πνιγώ με το νερό, στη μέση της γουλιάς! Πώς δεν μου έπεσε το ποτήρι, δεν ξέρω! Βλέπετε το πράγμα ήταν Εξαιρετικώς Άκρως Απόρρητον για μας, που τελευταία στιγμή μάθαμε για την μεταφορά, αλλά όχι και για τους ψαράδες της Σκύρου!
Δημήτρης Κατελούζος
Φεβρουάριος 2026
Σ΄ ευχαριστώ Δημήτρη που μπήκες στον κόπο να μου το στείλεις.
Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Διτή. Και για γέλια και για κλάματα.
Με αφορμή δε αυτή, σκέφτομαι πόσες άλλες παρόμοιες ιστορίες έχουν γραφτεί.
Θυμήθηκα και τον Γιώργο Μοσχίδη. Συνυπηρετήσαμε μαζί στο ΑΤΑ.
Όσο για το σημερινό, λυπάμαι πάρα πολύ. Τελικά η κάθε στολή κρύβει ποικίλες
ψυχοσυνθέσεις.
Να είσαι πάντα καλά.
http://www.avg.com/email-signature?utm_medium=email&utm_source=link&utm_campaign=sig-email&utm_content=webmail
Virus-free.www.avg.com
http://www.avg.com/email-signature?utm_medium=email&utm_source=link&utm_campaign=sig-email&utm_content=webmail
<#DAB4FAD8-2DD7-40BB-A1B8-4E2AA1F9FDF2>
Μου αρέσει!Μου αρέσει!