Τα Χριστούγεννα του 1984, δεν ήταν σαν τα συνηθισμένα μας Χριστούγεννα. Ήταν η πρώτη μας χρονιά στη Νάπολι και μας είχε καλέσει στο σπίτι τους ο φίλος μου Marcello. Ο Marcello, καλός φίλος και ευχάριστος άνθρωπος, ήταν παντρεμένος με την Anna, Ναπολιτάνα βέρα, που το πατρικό της σπίτι ήταν στην Νάπολι, κι όταν λέμε Νάπολι, Νάπολι μέσα.
Τα Χριστούγεννα του 1984 λοιπόν, τα γιορτάσαμε στο σπίτι της Anna, στην Piazza Leonardo στην Avvocata, δίπλα στο Vomero. Να σημειώσω εδώ, για όσους δεν γνωρίζουν, ότι στην Ιταλία η γιορτή των παιδιών είναι τα Θεοφάνεια. Το βράδυ των Θεοφανείων είναι που η καλή γριά Befana (μάλλον από παραφθορά του Epifania = Θεοφάνεια) δίνει τα δώρα στα παιδιά. Εκείνη τη χρονιά, μια και τα δικά μας παιδιά περίμεναν τα δώρα τους πριν τα Θεοφάνεια, η οικογένεια του Marcello αυτοσχεδίασε και “έπεισαν” την Befana να παραχωρήσει την θέση της στον Άη-Βασίλη, ο οποίος και μας επισκέφθηκε, την ημέρα των Χριστουγέννων, όμως!
Λίγο μπερδεμένο το σχέδιο, αλλά καλά μας βγήκε! Τον ρόλο του Άη-Βασίλη τον έπαιξε με μεγάλη επιτυχία ο νεαρός Giancarlo Siani, ένα γλυκό παιδί εικοσιπέντε χρονών, δημοσιογράφος, με σπουδές κοινωνιολογίας. Ίσως από τότε να έπρεπε να τον πείσουμε να παρατήσει την δημοσιογραφία και να ασχοληθεί με την υποκριτική, γιατί ήταν τέτοια η επιτυχία της μεταμφίεσης, που ο γιός μου, στα έξη τότε, αν και “άπιστος Θωμάς”, πίστεψε ότι ο Άη-Βασίλης υπήρχε, και προσπαθούσε να καταλάβει όλη νύχτα πως είναι δυνατόν ο Άγιος Βασίλης να μιλάει ελληνικά στην Ελλάδα και ιταλικά στην Ιταλία! Ο Άγιος μοίρασε με κάθε επισημότητα τα δώρα του και έπιασε κουβέντα με τα παιδιά. Τα δικά μου, την Ελένη και τον Γιάννη και τα παιδιά των Marinelli, την Monica, τον Marco και την αγαπημένη του πατέρα της, την γλυκιά δίχρονη Maria-Claudia.

Η βραδυά κύλησε όμορφα και όλοι έμειναν ευχαριστημένοι, ιδιαίτερα μάλιστα τα παιδιά, μια και είχαν δει τον Άγιο ζωντανό μπροστά τους και του είχαν μιλήσει κατά πρόσωπο, κάνοντας του μάλιστα και ερωτήσεις για τους ταράνδους˙ τί έτρωγαν και αν τους είχε ταϊσει και που είχε παρκάρει το έλκηθρο, πράγμα θαυμαστό, γιατί όλοι το ήξεραν δα και μάλιστα από πρώτο χέρι, ότι το παρκάρισμα στη Νάπολη ήταν δύσκολη υπόθεση! Αποχωρήσαμε αργά τη νύχτα εκείνη, πιστεύοντας ότι το 1985 θα ήταν μια καλή χρονιά, εξ ίσου καλή με το 1984.
Οι γιορτές τέλειωσαν και όλοι μας γυρίσαμε στα καθημερινά μας˙ τα έργα υποδομής της Νότιας Πτέρυγας του ΝΑΤΟ ας πούμε και το μεγάλωμα των παιδιών μας. Ο Giancarlo από την άλλη, αηδιασμένος από την κοινωνική κατάσταση στην Νάπολι της εποχής, ασχολήθηκε με μελέτες σχετικά με την φτωχοποίηση πολλών αστικών συνοικιών και πολέμησε για την ελευθερία του τύπου και εναντίον της εγκληματικότητας, που μάστιζε την εποχή εκείνη την αρχαία τους πόλι. Τελικά, έπεσε με τα μούτρα στην ερευνητική δημοσιογραφία και μάλιστα, μια μανία τον έπιασε με τα έργα και τις ημέρες της Camorra. Κατά την διάρκεια του 1985 σπάνια τον βλέπαμε, και πάντα ήταν βιαστικός, πάντα είχε κάποια δουλειά να τελειώσει, ούτε για έναν καφέ δεν προλάβαινε, ξέρετε, έναν απ’ αυτούς τους Ιταλικούς Espresso, όνομα και πράμα, που τους κατεβάζεις έτσι γκουλπ και κάτω, σαν χάπι!
Οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες περνούσαν, και τότε, ξαφνικά, ο Marcello, με παίρνει αργά ένα βράδυ του Σεπτεμβρίου στο τηλέφωνο για να μου γνωστοποιήσει το τραγικό νέο, ότι δηλαδή κάποιος είχε σκοτώσει, πυροβολώντας τον στο κεφάλι, τον Giancarlo! Αμέσως όλων πήγε το μυαλό στην Camorra, αν και, ακόμα κι’ αυτή η υπόθεση φαινόταν τραβηγμένη. Ο Giancarlo είχε γράψει δεκάδες άρθρα για την Camorra, και κανείς δεν τον είχε ενοχλήσει καν, πολύ περισσότερο απειλήσει. Η Camorra εκείνες τις ημέρες, φαινόταν να ζει ακόμα κάπου υπεράνω του νόμου και του κοινού λαού, σαν να κυκλοφορούσε στο απυρόβλητο, σε μια παράλληλη πραγματικότητα και κανείς και τίποτα να μην μπορούσε να ταράξει την ηρεμία της! Άρθρα γράφονταν κατά εκατοντάδες στις εφημερίδες και τα περιοδικά, αναφορικά με την Camorra και κανείς δημοσιογράφος δεν είχε πάθει ποτέ, τίποτα!
Εκείνη την ημέρα όμως, 23 του Σεπτεμβρίου του 1985, αργά το απόγευμα, εμφανίστηκε στην γειτονιά του Giancarlo, στην οδό Vincenzo Romaniello, πάροδο της Piazza Leonardo, ένας έφηβος, ένα παιδί στα δεκάξι. Φαινόταν νευρικός και περπατούσε πάνω-κάτω ασταμάτητα στο πεζοδρόμιο, κάτω από την πολυκατοικία του Giancarlo. Ήταν τέλος Σεπτεμβρίου, η θερμοκρασία είχε κατέβει αισθητά και η υγρασία της Νάπολι την έκανε χειρότερη. Λιγοστός ο κόσμος στην πλατεία γιατί όσοι σχολούσαν από τη δουλειά τους, πήγαιναν βιαστικά στα σπίτια τους για χουζούρι. Ο μπακάλης από δίπλα παραξενεμένος από τον άγνωστο νεαρό και την περίεργη συμπεριφορά του, βγήκε και τον ρώτησε ποιός είναι και τι κάνει εκεί. Ο νεαρός ενοχλημένος του είπε ότι είχε ένα ραντεβού και τον είχαν στήσει. Εξάλλου είπε στον καταστηματάρχη, εκείνον τί τον ένοιαζε και καλά θα έκανε να κοιτάζει την δουλειά του! Άλλος ένας, ένοικος της πολυκατοικίας του Giancarlo, που τον ρώτησε λίγο αργότερα, άκουσε μία από τα ίδια και ίσως λίγο χειρότερα.
Κάποια στιγμή, αργά το βράδυ, όταν πια είχαν κλείσει τα καταστήματα, έφτασε και ο Giancarlo. Είχε ένα μικρό τζιπάκι Citroen, απ’ εκείνα που ήταν ανοιχτά από παντού, με μια νιτσεράδα για σκεπή. Έφτασε έξω από την πολυκατοικία του και ξεκίνησε να παρκάρει με την όπισθεν, κάθετα στο πεζοδρόμιο, στην συνηθισμένη του θέση. Ο νεαρός τότε έβγαλε μια Beretta από το μπουφάν του, και, καθώς ο Giancarlo είχε γυρισμένο το κεφάλι του προς τα πίσω, απορροφημένος με το παρκάρισμα, του άδειασε το πιστόλι στο πίσω μέρος του κρανίου, σχεδόν εξ επαφής, αφήνοντάς τον νεκρό στον τόπο. Το αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του και έπεσε πάνω στον τοίχο της πολυκατοικίας με πάταγο.
Πανικός στην πλατεία. Παράθυρα άρχισαν να ανοίγουν με κρότο και τρομαγμένες φωνές ακούστηκαν από τους γείτονες. Ο δολοφόνος, καβάλησε το μηχανάκι ενός συνεργού του, που περίμενε λίγο πιό ‘κει και οι δυό προσπάθησαν να διαφύγουν μέσα από τα στενά καλντερίμια. Δυστυχώς γι’ αυτούς, σε μια στροφή, τρία – τέσσερα τετράγωνα πιό κάτω, γλίστρησαν με το μηχανάκι, γκρεμοτσακίστηκαν και έτσι τους έπιασαν. Ήταν ο Ciro Cappuccio και ο συνεργός του Armando Del Core, στα δεκάξη και οι δυό. Πανικόβλητος, ο Ciro, ομολόγησε αμέσως τα πάντα στην Αστυνομία. Όμως όταν τον ρώτησαν που βρήκε το πιστόλι, φάνηκε πως η υπόθεση δεν θα είχε συνέχεια και θα σταματούσε εκεί. Ο νεαρός φάνηκε να μην ξέρει και πολλά πράγματα και απάντησε ότι κάποιος που δεν τον ήξερε, τον βρήκε και του έδωσε τη Beretta και τις σφαίρες, με την εντολή να σκοτώσει τον δημοσιογράφο. Στην ερώτηση των αστυνομικών τι κέρδισε αυτός από την δολοφονία, τους είπε ότι ο άγνωστος του υποσχέθηκε ότι “ο Capo δεν θα τον ξεχνούσε”! Ποιός Capo και ποιάς συμμορίας, δεν του είπε! Μωρέ, υποσχετική να σου πετύχει!
Η υπόθεση τότε μας φάνηκε ένα μυστήριο που δεν θα ξεδιαλυνόταν ποτέ, καθώς μάθαμε ότι ο Giancarlo, νωρίτερα εκείνη την ημέρα, είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με τον τότε αρχισυντάκτη της “Il Mattino” και του είχε ζητήσει μια συνάντηση για να συζητήσουν ένα πολύ σοβαρό θέμα, “από αυτά που δεν συζητιούνται από το τηλέφωνο”. Ο ίδιος ο αρχισυντάκτης δεν μπόρεσε να διαφωτίσει την έρευνα. Στις μεταξύ μας συζητήσεις είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Giancarlo είχε βρει μια υπόγεια διαδρομή μεταξύ της Camorra και κάποιου μεγάλου πολιτικού της γείτονος, κατά πάσα πιθανότητα του Τζουλιο Αντρεότι.
Αν και αυτό το τελευταίο δεν αποδείχτηκε ποτέ, θα θυμάστε ότι η ζωή του Αντρεότι δυσκόλεψε πολύ τα επόμενα χρόνια. Η αστυνομία πάντως, δεν επαναπαύθηκε. Αντίθετα φάνηκε να πεισμώνει και συνέχισε αθόρυβα να ξηλώνει το πουλόβερ της Camorra. Έτσι χρόνια μετά, το 1997, οι δολοφόνοι του δημοσιογράφου καταδικάστηκαν σε τρίτο βαθμό, αμετάκλητα σε ισόβια. Επίσης σε ισόβια καταδικάστηκαν σαν ηθικοί αυτουργοί, τα αδέρφια Lorenzo και Angelo Nuvoletta. Ο Angelo, αρχηγός της οργάνωσης της Camorra του Marano, ήταν αυτός που είχε βάλει τον αδελφό του Lorenzo να δώσει την εντολή της δολοφονίας και την Beretta στον Ciro, κατόπιν επιθυμίας του μεγάλου αρχηγού της Cosa Nostra και βάρβαρου τρομοκράτη Totò Riina, του γνωστού μας από τις μεγάλες δίκες του 1992 και 1993 (Maxiprocesso di Palermo), που έστειλαν εκατοντάδες μαφιόζους στα ισόβια, μαζί και τον Riina, βεβαίως. Εκείνο που τελικά ακούστηκε σαν αιτία της δολοφονίας, ήταν ότι ο Giancarlo επρόκειτο να αποκαλύψει ότι ο Lorenzo είχε καρφώσει στην αστυνομία έναν άλλο μαφιόζο, τον Valentino Gionta, αρχηγό της οργάνωσης του Torre Annunciata, σαν κίνηση καλής θέλησης προς μία άλλη, τρίτη, ανεξάρτητη εγκληματική οργάνωση, εκείνη των Casalesi, της βόρειας Ιταλίας, με πλοκάμια στην κεντρική Ευρώπη! Αν κάτι τέτοιο ακουγόταν, θα ξεκινούσε νέος πόλεμος μεταξύ των εγκληματικών οργανώσεων της Ιταλίας. Καλύτερα να μην μιλούσε κανείς γι’ αυτό!
Αναπολώντας τα μακρινά αυτά γεγονότα, σκεφτόμουν ότι η δολοφονία εκείνου του συμπαθητικού νέου, του Giancarlo Siani ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στην ιταλική κοινωνία και αποτέλεσε τον καταλύτη για μία εμπεριστατωμένη έρευνα πάνω στις εγκληματικές οργανώσεις της Ιταλίας, με αποτέλεσμα την σημαντική υποβάθμιση της δραστηριότητάς τους, ίσως μάλιστα και την διάλυση ορισμένων. Θα μου πείτε βέβαια, τέλειωσε η μαφία για την Ιταλία; Όχι βέβαια, αφελής δεν είμαι, αλλά η Ιταλία του 21ου αιώνα, καμμιά σχέση δεν έχει με την Ιταλία των ‘70 και ‘80.
Ο συνειρμός με έφερε στα πρόσφατα γεγονότα τα παρ’ ημίν, όταν έξω από το κλειστό γυμναστήριο “Μελίνα Μερκούρη” στου Ρέντη και στην αυγή του νέου χρόνου, ο νεαρός επίσης αστυνομικός, Γιώργος Λυγγερίδης, έφυγε από τη ζωή μετά από δολοφονική επίθεση “φιλάθλι-ων” με ναυτική φωτοβολίδα. (Το θυμόμαστε, ή το ξεχάσαμε, άρραγε;). Εύχομαι η θυσία αυτού του νέου να λειτουργήσει επίσης σαν καταλύτης για να ξηλωθεί ένα άλλο πουλόβερ, εκείνο της δικής μας εγκληματικής οργάνωσης που ταλανίζει το ελληνικό ποδόσφαιρο εδώ και πολλές δεκαετίες. Πιστεύω ότι τόσο η κοινωνία όσο και η αστυνομία έχουν φτάσει στο σημείο να πουν “enough is enough”! Μένει τώρα να δούμε αν το κατάλαβαν αυτό και οι πολιτικοί μας!
Δημήτρης Κατελούζος
Ιανουάριος 2023