Ο «Νέος» Γιατρός

Στα χρόνια της Σκύρου, οι παρέες ήταν λιγοστές. Συνήθως συναναστρεφόμουν τους μηχανικούς RADAR και τους ξυλογλύπτες της Σκύρου. Στην παρέα δεν έλειπε και ο εκάστοτε γιατρός της Μονάδας που μάλιστα μετά τον ιδιαίτερο Θέμι Καμηλάρη, μετέπειτα ενδοκρινολόγο, καλή του ώρα, είχε πια καθιερωθεί, ώστε πρώτη δουλειά του κάθε αποχωρούντος γιατρού ήταν να έρθει να με βρει και να μου γνωρίσει τον “Νέο”, τον αντικαταστάτη του. Ένα είδος Παράδοσης-Παραλαβής, δηλαδή!

Έτσι και ‘κείνη την ημέρα του Σεπτεμβρίου του 1973, ήρθαν και με βρήκαν οι δύο γιατροί: ο παλιός που αποχωρούσε, έφερε να μου γνωρίσει τον νέο. Ο νέος ήταν ένα λιγομίλητο παιδί, απόμακρος και συνεσταλμένος. Φαινόταν έξω από τα νερά του. Είπαμε λοιπόν να του φτιάξουμε το κέφι, γι’ αυτό του δώσαμε “ραντεβού” για το Σάββατο το βράδυ, στο ξυλουργείο του Γιάννη του Μπαμπούση.

Ο Γιάννης, ξυλογλύπτης κλασικών Σκυριανών επίπλων, ήταν από τους προνομιούχους του σιναφιού του, γιατί εκείνη την εποχή είχε την έκθεσή του ακριβώς στην κεντρική πλατεία της Χώρας, πρώτο τραπέζι πίστα δηλαδή! Από κάτω, στο υπόγειο για την πλατεία αλλά ισόγειο για τον γκρεμό προς την ανατολή, ήταν το ξυλουργείο. Κατέβαινες από την πλατεία με μιά σκάλα εξωτερική, τσιμεντένια, φαρδιά αλλά απότομη, όπως όλες οι σκάλες της Χώρας εκείνη την εποχή.

Το συνεργείο ευρύχωρο, με σύγχρονα εργαλεία και έναν μεγάλο πάγκο εργασίας στη μέση της αίθουσας. Καθαρίζαμε τον πάγκο στα γρήγορα και τον κάναμε τραπέζι. Καρέκλες υπήρχαν άφθονες, σε διάφορες φάσεις κατεργασίας. Υπήρχαν Σκυριανά παραδοσιακά “σκαμνιά”, αλλά και μεγάλες καρέκλες τραπεζαρίας˙ ακόμη και καναπέδες διθέσιοι, καθώς τότε είχε επικρατήσει η μόδα να αγοράζουν έπιπλα κλασικά, αλλά με τα παραδοσιακά Σκυριανά σκαλίσματα στην πλάτη.

Πριν από κάθε κρασοκατάνυξη, σκορπίζαμε για να εξασφαλίσουμε το “μεζέ” μας. Πολλές επιλογές δεν είχαμε, αλλά ποιός νοιαζόταν; η παρέα ήταν το ζητούμενο. Κάτι πάντως θα βρίσκαμε, είτε στο μαγέρικο της Κυρά-Άννας, είτε θα ετοιμάζαμε κάτι δικό μας, συνήθως μανιτάρια μαζεμένα από το βουνό, φτίτσα, πευκομανίτες, που και που κανένα βασιλικό, ή κάποιο χταπόδι που θά ‘χαμε πλανέψει εκεί στα κατσάβραχα κάτω, ανατολικά του Άι Γιώργη. Από κρασί, κανένα πρόβλημα. Ο Γιάννης είχε ένα αμπελάκι και έφτιαχνε ένα κρασί σπιτικό, ξανθό και μυρωδάτο, για τον εαυτό του και τους φίλους.

Έτσι λοιπόν και ‘κείνο το βράδυ του Σαββάτου μαζευτήκαμε, οι συνήθεις ύποπτοι. Εγώ ανέλαβα να φέρω στην παρέα τον καινούριο Γιατρό. Μετά τις συστάσεις, το γλέντι ξεκίνησε και γρήγορα φτάσαμε στα Σκυριανά τραγούδια, τα χωρατά και τον “άσπρο πάτο”, μέχρι που ήρθαν οι μικρές οι ώρες. Ο Γιατρός μας ακολουθούσε, αλλά αποδείχτηκε πως ήταν άμαθος στο κρασί και απλώς παρασύρθηκε. Κάποια στιγμή το κεφάλι του γέρνει στο τραπέζι και με τα μάτια του να σβήνουν με ρωτάει που είναι η τουαλέτα. Αναστάτωση! Όλοι πεταγόμαστε όρθιοι! Ο Γιάννης αναλαμβάνει να του δείξει και τον πηγαίνει στην τουαλέτα με τα χίλια ζόρια. Από την τουαλέτα ακούγονται οι καθιερωμένες “ρουκέτες”. Το κέφι εξατμίστηκε και η ομήγυρις απεφάνθη ότι ήρθε η ώρα να το “διαλύσουμε”.

Αναλαμβάνω να συνοδεύσω τον γιατρό στο σπίτι του. Αδύνατο να ανέβει τα σκαλοπάτια. Με βοήθησε ο Γιώργος ο Μοσχίδης της ΣΤΥΑ, 19η αν θυμάμαι καλά, Θεός ‘σχωρέστον. Ο γιατρός ανέβηκε με τα τέσσερα, βοηθούμενος από εμάς τους δύο. Όταν ανεβήκαμε στην πλατεία, θες γιατί τον βρήκε ο κρύος αέρας, θες το ψιλόβροχο που έπεφτε, μας είπε ότι συνήλθε και σηκώθηκε στα πόδια του. Να περπατήσει όμως μόνος του στα καλντερίμια με τις νοτισμένες πέτρες, ούτε λόγος. Οι πλάκες, γυαλί από την πολυκαιρία, γλιστρούσαν ακόμη και κάτω απ’ τα δικά μου πόδια. Τον πήρα να πάμε σιγά-σιγά στο σπίτι που έμενε. Δυό – τρεις φορές στην ανηφοριά, κόντεψε να μου φύγει και να σωριαστεί.

Κάποια στιγμή, ακουμπάει και κάθεται σε μια Σκυριανή πεζούλα έξω από ένα σπίτι. Στέκομαι να τον περιμένω μες’ το σκοτάδι και το ψιλόβροχο, όταν ξαφνικά καταλαβαίνω ότι είχε ξεσπάσει σε λυγμούς. Κάθομαι δίπλα του και προσπαθώ να τον ησυχάσω. Τον ρωτώ αν έχει πρόβλημα στο σπίτι, αρρώστιες ή τραβήγματα με γυναίκα. Κουνάει το κεφάλι αρνητικά και συνεχίζει να κλαίει. Δεν επιμένω και τον αφήνω να ηρεμήσει. Έτσι ξαφνικά, μέσα στην ησυχία της νύχτας, αρχίζει μόνος του να μου εξομολογείται.

Στο Πανεπιστήμιο μου είπε, τον πλησίασε κάποιος από την ΕΑΤ/ΕΣΑ. Τον έπεισε να κάνει τον χαφιέ, με τίμημα την γρήγορη απόκτηση του επιθυμητού πτυχίου˙ θα κανόνιζε με τους καθηγητές. Αποτέλεσε μέρος του πυρήνα τεσσάρων ατόμων τους οποίους ήλεγχε ο συγκεκριμένος ΕΣΑτζής. Κάθε τόσο τους μάζευε και τους ανέθετε στόχους, δηλαδή άλλους φοιτητές σταμπαρισμένους, να τους παρακολουθούν, να πιάνουν φιλίες μαζί τους και να του μεταφέρουν τις απόψεις του στόχου, τις κινήσεις του, τους φίλους του και ότι άλλο έπεφτε στην αντίληψή τους. Από την άλλη, τους έδινε και φήμες που έπρεπε να διαδίδουν μέσα στο Πανεπιστήμιο. Πολλές φορές τα μηνύματα ήταν αντικυβερνητικά. Έπρεπε να τα αφήνουν να διαρρεύουν “ανεπαισθήτως”, να τους δίνουν λίγο χρόνο να κυκλοφορήσουν και μετά έπρεπε να καταγράφουν αντιδράσεις και συζητήσεις των άλλων και να του αναφέρουν. Λίγες βδομάδες πριν να πάρει το πτυχίο του και βέβαια πριν να έρθει στην Σκύρο, ένας φοιτητής που τον είχε αναλάβει ο ίδιος, εξαφανίστηκε. Όταν ρώτησε τον ΕΣΑτζή, αυτός του είπε να κοιτάζει απλώς τη δουλειά του και τα άλλα δεν τον αφορούσαν.

Λιώμα στο κλάμα, αναρωτήθηκε τι να έγιναν εκείνοι που είχε καρφώσει κατά καιρούς. Δεν ήξερα τι να του πω. Τον ρώτησα μόνο δυό φορές πως βρέθηκε στην Σκύρο, αφού είχε τέτοιες πλάτες. Μουρμούρησε κάτι ακατάληπτο και δεν επέμεινα πιό πολύ. Άφησα μόνο να περάσει λίγο η ώρα για να ησυχάσει και μετά τον πήγα και τον άφησα στο σπίτι του. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα, προσπαθώντας να χωνέψω την ιστορία που είχα ακούσει.

Την Κυριακή, ο γιατρός χαμένος. Προς το μεσημέρι χτύπησα την πόρτα του να δω αν είναι καλά και μου απάντησε μέσα από την κλειστή πόρτα ότι είναι καλά, αλλά δεν είχε όρεξη να βγει. Δεν επέμεινα.

Την Δευτέρα πρωί – πρωί, ήρθε και με βρήκε εκείνος, μόνος του. Ήθελε να μου μιλήσει ιδιαιτέρως. Με παρακάλεσε να μην πω σε κανένα τίποτε από αυτά που μου εκμυστηρεύτηκε. Τον διαβεβαίωσα ότι το μυστικό του ήταν ασφαλές με εμένα˙ δεν φάνηκε να με πιστεύει και έφυγε ανήσυχος.

Από εκείνη την ημέρα μείναμε στα υπηρεσιακά και μάλιστα ήταν φανερό ότι με απέφευγε. Δεν ξανάρθε στις συναντήσεις μας του Σαββάτου και όταν οι άλλοι με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλει γιατί δεν αντέχει το κρασί.

Οι μήνες πέρασαν. Μάλλον ευτυχώς, στο ενδιάμεσο δεν μας έτυχε κάτι σοβαρό ιατρικά που να χρειαζόταν ιδιαίτερη ιατρική διαχείριση. Ο γιατρός απολύθηκε και εγώ κάποια μέρα πήρα μετάθεση για άλλα μέρη. Μέχρι σήμερα δεν είχα ιστορήσει το γεγονός αυτό σε κανένα.

Ακόμη και σήμερα όμως, μετά από τόσα χρόνια, με βασανίζει η απορία: Τί απέγινε ο γιατρός; Πόσοι γιατροί, πόσοι μηχανικοί, πόσοι δικηγόροι πήραν πτυχίο κάνοντας “εξυπηρετήσεις” στην ΕΣΑ; Τι είδους καριέρες έκαναν, πόσο επαγγελματίες ήταν; σε τελική ανάλυση “πήραν στον λαιμό τους” κάποιους “πελάτες” τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο; και γιατί η ΕΣΑ, εκείνη την εποχή, εν αναμονή των εκλογών του Φεβρουαρίου, εξακολουθούσε να παρακολουθεί, να ρουφιανεύει, να εκτοπίζει;

Μένω ν’ αναρωτιέμαι…..

Δημήτρης Κατελούζος

Νοέμβριος 2023

2 σκέψεις σχετικά με το “Ο «Νέος» Γιατρός

  1. Πτέραρχε αγαπητέ,
    Πολύ ωραία η ιστορία, σωστός ο προβληματισμός, αλλά αυτά δυστυχώς γίνονται
    και σήμερα, με άλλους τρόπους. Αξίζει να περιληφθεί σε κάποιο βιβλίο σας!
    Αυτό ήταν το σχόλιό μου, εάν κάπου φαίνεται…
    Με εκτίμηση

    Τάκης Καραθανάσης
    Τηλ. 210 (ή 693-Κιν-VPN) + 6526577

    Μου αρέσει!

Αφήστε απάντηση στον/στην Takis Karathanasis Ακύρωση απάντησης