Ο Σεπτέμβριος του 1984 με βρήκε στο επιτελείο του AIRSOUTH στη “Bella Napoule”! Καλά – καλά δεν είχα προλάβει να εγκλιματιστώ και να ενημερωθώ για τα καθήκοντά μου και χρειάστηκε να ετοιμάσω ένα επίσημο έγγραφο. Έγραψα λοιπόν το έγγραφο στο πρόχειρο, το χτένισα τρεις, τέσσερις φορές και το έδωσα στην γραμματεία του προϊσταμένου μου Διευθυντού ΤΗ για δακτυλογράφηση. Η διαδικασία που ακολουθούσαν, ήταν ότι το έγγραφο έπρεπε να είναι δακτυλογραφημένο πριν να ξεκινήσει την γύρα του για υπογραφές.
Την επομένη, ο Αμερικανός ΄Αρχισμηνίας που εκτελούσε χρέη Γραμματείας, μου στέλνει το δακτυλογραφημένο έγγραφο και μένω άναυδος. Το έγγραφο ήταν τόσο αλλαγμένο που με δυσκολία το αναγνώρισα. Τρέχω στον Γραμματέα να μάθω τί συμβαίνει. Του ζητώ να δω το χειρόγραφο. Μου το δείχνει με τα χίλια ζόρια και το βλέπω μουτζουρωμένο, διορθωμένο με κόκκινο μελάνι. Απαιτώ να μάθω ποιός το διόρθωσε. Μου απαντά με ύφος χιλίων καρδιναλίων (Αμερικανός γαρ), ότι αυτός ο ίδιος το είχε διορθώσει. Αρχίζω να εκνευρίζομαι. Τον ρωτώ με ποιό δικαίωμα το διόρθωσε. Μου απαντά ότι είναι εντολή του προϊσταμένου να διορθώνει τα έγγραφα όλων όσων η αγγλική δεν είναι η μητρική τους γλώσσα και ότι ορθώς το διόρθωσε γιατί ήταν γεμάτο λάθη. Το ύφος του υπερφίαλο. Γίνομαι έξαλλος. Ξεκινώ ζητώντας του να σταθεί προσοχή γιατί απευθύνεται σε αρχαιότερο αξιωματικό. Συμμορφώνεται με δυσκολία, μόνο και μόνο γιατί αντιλαμβάνεται ότι έχω αγριέψει, πράγμα που ως φαίνεται στο NATO του συμβαίνει για πρώτη φορά! Παίρνω το διορθωμένο χειρόγραφο και του το κολλάω στο πρόσωπο. Βάλθηκα να του κάνω μάθημα γραμματικής, συντακτικού και νοήματος. Με άκουγε αποσβολωμένος.
Όταν τελείωσα, του δήλωσα, χωρίς να δέχομαι αντίρρηση, ότι έπρεπε να δακτυλογραφήσει το έγγραφο ακριβώς όπως του το είχα δώσει και κατέληξα λέγοντάς του ότι άσχετα με το τί διαταγές είχε από τον προϊστάμενο, τα δικά μου τα έγγραφα δεν θα τα διόρθωνε ποτέ πιά. Γυρίζοντας να φύγω, είδα στο διπλανό γραφείο έναν ισόβαθμό μου Ιταλό Επισμηναγό να προσπαθεί να κρύψει τα γέλια του πίσω από μια ντουλάπα. Δεν έδωσα σημασία και το εξέλαβα σαν ικανοποίησή του για τις παρατηρήσεις που έκανα στον Αρχισμηνία. Φαντάστηκα ότι ο Γραμματέας θα είχε κάνει δύσκολη τη ζωή και σε άλλους επιτελείς και έφυγα χωρίς να δώσω συνέχεια˙ ήμουν εξάλλου πολύ εκνευρισμένος για άλλες συζητήσεις.
Το επόμενο ακριβώς Σάββατο γινόταν μια εκδήλωση αποχαιρετισμού κάποιου υψηλόβαθμου Άγγλου αξιωματικού. Η εκδήλωση ήταν αρκετά επίσημη με “Dress Code” μπαραθέα και μετά συζύγων. Μας οδήγησαν σε ένα τραπέζι όπου διαπίστωσα ότι απέναντί μου καθόταν ο Ιταλός Επισμηναγός που πριν μερικές μέρες τον είδα σκασμένο στα γέλια, με την γυναίκα του. Χαιρετηθήκαμε τυπικά και αρχίσαμε να παρακολουθούμε τους λόγους αποχαιρετισμού, που ξεκίνησαν από τον AIRSOUTH. Ήρθε η σειρά για δευτερολογία του αποχωρούντος Εγγλέζου, ο οποίος, με το φλέγμα της φυλής του, ξεκίνησε λέγοντας επί λέξει:
“Dear fellow Americans… (αναμονή με σημασία) … that a different history unite us … (πάλι αναμονή) … and a common language divide us !!!!!”
Το ακροατήριο ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια! Αυτός που γελούσε περισσότερο στο τραπέζι μας ήταν ο Ιταλός απέναντί μου! Τον κοιτούσα και με παρέσυρε στο τρελό του γέλιο! Κάποια στιγμή έσκυψε προς το μέρος μου και πνιχτά, μέσα από τα ασυγκράτητα γέλια του μου είπε στα Ιταλικά, “Non ho capito un accidente!”, (σε ελεύθερη μετάφραση “δεν κατάλαβα Χριστό!”)!
Ο Marcello (γιατί αυτό ήταν το όνομά του) και η γυναίκα του η Anna, ήταν ευγενείς και ευχάριστοι άνθρωποι. Ο Marcello ειδικά, είχε εκείνη την Ιταλική φινέτσα που βρίσκεις στις παλιές οικογένειες των ιστορικών πόλεων της γείτονος. Ήταν πνευματώδης και ανεξάντλητος. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν ήξερε καθόλου Αγγλικά και δέχτηκε την θέση γιατί κάποιος προϊστάμενός του τον είχε διαβεβαιώσει ότι τα Αγγλικά δεν θα του χρειάζονταν, μια και η δουλειά του ήταν να εξασφαλίζει τηλεφωνικές γραμμές για το NATO από την Ιταλική TELECOM. Η αλήθεια είναι ότι μισούσε τα αγγλικά και οτιδήποτε του τα θύμιζε. Αυτός ήταν και ο λόγος που ικανοποιήθηκε από την συμπεριφορά μου προς τον Αμερικανό Γραμματέα! Είχα κάνει μάθημα Αγγλικών σε έναν Αμερικανό. Αυτό του έφτασε για να γίνω ο “ήρωάς” του!
Τα αγγλικά του όπως είπα, ήταν χάλια, αλλά κάπως έπρεπε να συνεννοούμαστε. Βάλθηκε λοιπόν να μου μάθει Ιταλικά και αποδείχτηκε καλός δάσκαλος. Γίναμε φίλοι. Προθυμοποιήθηκε να με ξεναγήσει στα μέρη που μόνο οι ντόπιοι ήξεραν. Ένα από τα πρώτα πράγματα που θέλησε να μου δείξει, ήταν η ιεροτελεστία του ιταλικού καφέ. Καθήσαμε αρκετές φορές και διασκεδάσαμε παρακολουθώντας τους Ιταλούς να περιμένουν, νωρίς το πρωί, έξω από τα καφέ-μπαρ, δήθεν αδιάφοροι, ακουμπισμένοι στον τοίχο, διαβάζοντας τάχα εφημερίδα˙ περιμένοντας στην ουσία να μπει πριν από αυτούς κάποιο “θύμα”, που θα ήταν πράγματι βιαστικός, ώστε να “φύγει” με τον πρώτο καφέ, η μεταλλική γεύση της καφετιέρας˙ και μετά, στοιχίζονταν βιαστικοί στη σειρά περιμένοντας στην τσίτα τον δικό τους καφέ˙ καθένας που σερβιριζόταν, έπαιρνε τον espresso του και τον κατέβαζε “άσπρο πάτο”, σαν να έπινε το χάπι του. Παρακολουθούσαμε την διαδικασία σκασμένοι στα γέλια.
Του έμαθα με την σειρά μου την ιεροτελεστία του ελληνικού καφέ. Καθήσαμε με τις ώρες σε κάποιο τραπεζάκι συζητώντας γύρω από μια κούπα καφέ κι ένα τσιγάρο. Η δική μας προσέγγιση του φάνηκε πιό λογική, πιό ανθρώπινη. Ένα μόνο δεν μπορούσε να χωνέψει: Τον ντελβέ! Τον θεωρούσε αηδιαστικό και τον αποκαλούσε “muddd” στα αγγλικά, τονίζοντας και τραβώντας το “d” με μιά αστεία προφορά. Τελικά συμφωνήσαμε ότι το ορθότερο ήταν να πίνουμε συνδυαστικά espresso, αλλά με τον ελληνικό τρόπο!
Γίναμε αχώριστοι. Τόσο που τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε οικογενειακά ταξίδια στα περίχωρα της Νάπολης, στο Pozzuoli, στην Πομποιία και βέβαια στην Ischia, στα θερμά λουτρά, γιατί πίστευε ότι οι Θέρμες κάνουν καλό στην υγεία!
Τα Χριστούγεννα του 1984 τα γιορτάσαμε στο σπίτι της Anna, στην Piazza Leonardo στην Avvocata, δίπλα στο Vomero. Να σημειώσω εδώ, για όσους δεν γνωρίζουν, ότι στην Ιταλία η γιορτή των παιδιών είναι τα Θεοφάνεια. Το βράδυ των Θεοφανείων είναι που η καλή γριά Befana (μάλλον από παραφθορά του Epifania = Θεοφάνεια) δίνει τα δώρα στα παιδιά. Εκείνη τη χρονιά, η οικογένεια του Marcello αυτοσχεδίασε και τα παιδιά μας πήραν τα δώρα τους από τον Άη-Βασίλη την ημέρα των Χριστουγέννων. Τον ρόλο του Άη-Βασίλη τον έπαιξε με μεγάλη επιτυχία ο νεαρός Gianfranco Siani, ένα γλυκό παιδί εικοσιπέντε χρονών, δημοσιογράφος, με σπουδές κοινωνιολογίας, ελαφρώς επαναστάτης (αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία). Ήταν τέτοια η επιτυχία της μεταμφίεσης, που ο γιός μου, στα έξη τότε, ο τέλειος “άπιστος Θωμάς”, το πίστεψε και προσπαθούσε να καταλάβει όλη νύχτα πως είναι δυνατόν ο Άγιος Βασίλης να μιλάει ελληνικά στην Ελλάδα και ιταλικά στην Ιταλία! Ο Άγιος μοίρασε με κάθε επισημότητα τα δώρα του και έπιασε κουβέντα με τα παιδιά. Τα δικά μου, την Ελένη και τον Γιάννη και τα παιδιά των Marinelli, την Monica, τον Marco και την αγαπημένη του πατέρα της, την γλυκιά δίχρονη Maria-Claudia.
Με τον Marcello πήγαμε σε πολλές ΝΑΤΟϊκές επιθεωρήσεις μαζί και συζητήσαμε επί ώρες για τα ελληνοτουρκικά˙ στην αρχή δεν συμφωνούσαμε. Βλέποντας τους Τούρκους αξιωματικούς στο ΝΑΤΟ, σοβαρούς, μαζεμένους και ευγενείς, ο Marcello πίστεψε ότι έμοιαζαν με εμάς τους Ευρωπαίους και ότι η ένταση μεταξύ μας είχε “αταβιστικές”, όπως έλεγε, ρίζες. Προσπάθησα να του εξηγήσω, εξιστορώντας του τα Σεπτεμβριανά του ‘55, που ήταν σχετικά πρόσφατα, χωρίς επιτυχία. Ήρθε όμως το “πλήρωμα του χρόνου” και ο Marcello πήγε για επιθεώρηση στην Τουρκία˙ χωρίς εμένα βέβαια, μια και οι Τούρκοι δεν μας ήθελαν σαν επιθεωρητές στη χώρα τους. Όταν γύρισε ήταν σκεπτικός και δεν ήθελε να μιλήσει για την εμπειρία του. Μου είπε μόνο ότι είχα δίκιο˙ οι Τούρκοι ήταν βάρβαροι. Χρειάστηκε μια εβδομάδα πιέσεων για να μου πει τί είδε στην Τουρκία. Θα διηγηθώ ένα μόνο από τα περιστατικά που του έκαναν εντύπωση.
Ο Τούρκος οικοδεσπότης τους, τρόπον τινά, ήταν ένας υπερόπτης Αντισμήναρχος από το AFSOUTH. Στην Άγκυρα τους πήγε για γεύμα στην λέσχη αξιωματικών. Το κτίριο ήταν επιβλητικό, επισκίαζε όλα τα άλλα κτίσματα στην περιοχή. Το εσωτερικό του ήταν εξίσου εντυπωσιακό. Παχιά χαλιά, βαριές κουρτίνες, τεράστια πορτρέτα κρέμονταν στους τοίχους. Οι σερβιτόροι με λιβρέες. Αυτοκρατορική ατμόσφαιρα! Ο φίλος μου παρήγγειλε παστίτσιο, ότι πιό κοντινό στην αγαπημένη του μακαρονάδα! Καθώς ο σερβιτόρος τοποθετούσε το πιάτο στο τραπέζι, η μία γωνία του παστίτσιου “έσπασε” και χύθηκε στο πιάτο. Ο Τούρκος Αντισμήναρχος έγινε έξαλλος, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να φωνάζει στη γλώσσα του και χαστούκισε δυό φορές στο πρόσωπο τον σερβιτόρο μπροστά σε όλη την τραπεζαρία. Ο δίσκος έπεσε από τα χέρια του σερβιτόρου στο πάτωμα. Ο Marcello μπήκε στη μέση προσπαθώντας να “μαλακώσει” τα πράγματα, οπότε ο Αντισμήναρχος γύρισε και σε επιτακτικό ύφος του είπε να κάτσει κάτω και να μην ανακατεύεται˙ “κουμάντο” να κάνει στη χώρα του! Από εκείνη τη στιγμή ο Marcello όχι μόνο πίστεψε αυτά που του είχα πει για τους Τούρκους, αλλά έβγαλε και το δικό του συμπέρασμα: Οι Τούρκοι είναι βάρβαροι! Πάει και τέλειωσε!
Ο Marcello ήταν από το Lecce. Εκείνη την πόλη στη Νότια Ιταλία στις παρυφές της “Magna Grecia”. Η μητέρα του μια αρχόντισσα, ήταν περήφανη για τα αρχαία ελληνικά ερείπια στην πόλη που γεννήθηκε και με δέχτηκε σαν παιδί της. Εξαιρετική μαγείρισσα, μας φίλευε τη χειροποίητη pasta της από χοντρό σιμιγδάλι που σου χάιδευε τη γλώσσα και καυτερές σάλτσες που σου ξυπνούσαν τους γευστικούς κάλυκες! Μια πανδαισία!
Αρχιτέκτονας με πτυχίο ο Marcello, είχε την τύχη να βρεθεί στη Napoli όταν βγήκε ο νόμος για τακτοποίηση των αυθαιρέτων της πόλης το 1985. Έβγαλε αρκετά χρήματα τότε, δουλεύοντας εντατικά, ακόμη και κρυφά, στο γραφείο του στο Airsouth.
Όταν γύρισα στην Ελλάδα, κρατήσαμε επαφή από την αρχή, πρώτα με το τηλέφωνο και αργότερα, όταν εμφανίστηκε το Facebook και μέσα από αυτό. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο δυό – τρεις φορές το χρόνο. Έτσι έμαθα πως χώρισε με την Anna το 1993 αφήνοντάς την στην πατρίδα της τη Napoli, ενώ αυτός μετακόμισε μόνιμα στο Lecce και αφιερώθηκε αποκλειστικά με την Αρχιτεκτονική, σαν επάγγελμα και σαν τέχνη. Έμαθα για τους γάμους των παιδιών του, για τη γέννηση των εγγονών του.
Τελευταία φορά, επικοινωνήσαμε τον περασμένο Μάρτιο. Φαινόταν κουρασμένος και σαν να μην ήθελε να αφήσει το τηλέφωνο. Του υποσχέθηκα ότι την πρώτη φορά που θα πήγαινα στην Padova, στην κόρη μου, θα ξέκλεβα ένα Σαββατοκύριακο για να κατέβω στο Lecce να τα πούμε από κοντά. Μου απάντησε με μια ελαφρά ειρωνεία˙ Η Padova, μου είπε, πέφτει κομμάτι μακρυά.
Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου, η μικρούλα Maria – Claudia, γυναίκα σαρανταενός χρόνων πιά, που τώρα περπατά και τρίζει η γή, με τα μαλλιά εβένινα και λιπόσαρκη σαν τον πατέρα της, κατάμαυρη από τον ήλιο, ίσως και από μια ιδέα DNA κάποιου μακρινού Μαυριτανού προγόνου, με ενημέρωσε πως ο πατέρας της, ο Marcello Marinelli, στις 17 Αυγούστου, μπαρκάρισε στη μαύρη σκούνα και τράβηξε για τις θάλασσες απ’ όπου κανείς δεν γύρισε ποτέ για να τις περιγράψει.

Τον φαντάζομαι εκεί επάνω στο σκοτεινό καράβι, να μου κουνάει το χέρι από την κουπαστή, με εκείνο το φαρδύ, ειρωνικό του χαμόγελο, με τα χείλια του να σχηματίζουν, αθόρυβα πιά, τη φράση, “εγώ σου τό ‘πα!”˙ γιατί οι υποσχέσεις των ανθρώπων είναι σαν τα κύματα της απέραντης θάλασσας της λησμονιάς, που πάνω τους γλιστράει εκείνη η σκούνα.
Να πας στο καλό φίλε μου. Σε ξεπροβοδίζω με τον Bocelli να τραγουδάει “E chiove” (και βρέχει). Τρατάρω τη μάνα γή που σε σκέπασε, με δυό αλμυρά δάκρυα και ένα ρακοπότηρο grappa, για να σε αγκαλιάσει στοργικά˙ και σου υπόσχομαι, στ’ αλήθεια αυτή τη φορά, ότι μόλις η μοίρα μου το αποφασίσει, θα έρθω να σε βρω, να συνεχίσουμε το ταξίδι μαζί, πίνοντας espresso alla Greca, corretto με grappa˙ γελώντας με τα καμώματα των Ιταλών έξω από τα μπαρ!. Μόνο που, να με συμπαθάς, αλλά θα περιμένεις λίγο. Έχω κάποιους λογαριασμούς σε εκκρεμότητα ακόμη, εδώ κάτω.
Δημήτρης Κατελούζος
Σεπτέμβριος 2023
Ωραίο μνημόσυνο, το άξιζε Δημήτρη και Μπράβο σου!
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Ευχαριστώ Γιώργο μου!
Μου αρέσει!Μου αρέσει!