ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ, ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ.

Ήρθε πάλι η Μεγάλη ‘βδομάδα, με την Παρασκευή της, που το δράμα του Χριστού κορυφώνεται. Το σκηνικό συμπληρώνεται με τις καμπάνες, τις ψαλμωδίες, τα λιβάνια, το “Ὦ γλυκὺ μου ἔαρ”· τις ευωδιές της άνοιξης που δεν μπορεί πιά να κρυφτεί. Η άνοιξη μας έρχεται και πάλι, πάνω στο ανθισμένο της άρμα, και περιμένουμε με τα μάτια της ψυχής τον Χριστό να ανέβει στους ουρανούς και την Περσεφόνη να ξεφύγει από τον Άδη, όπως κάθε χρόνο.

Μια γλυκειά θλίψη πλανιέται. Οπτασίες αγαπημένων προσώπων που μας άφησαν χρόνους, περνάν’ διακριτικά από τις σκιές. Θυμάμαι την γιαγιά μου, τη συχωρεμένη την κυρά Κατίνα, που κάθε Μεγάλη Παρασκευή, μικρό παιδί, με έπαιρνε και με γύριζε στους επιτάφιους της περιοχής, για να δούμε ποιός είναι ο πιό καλοφτιαγμένος˙ κάτι σαν καλλιστεία επιταφίων δηλαδή. Να κάπου εκεί και ο φίλος του πατέρα μου ο “θείος” Κώστας ο “Αιγυπτιώτης”˙ γλυκός άνθρωπος, μοναχικός, λιγομίλητος. Άνοιξη πέθανε κι` αυτός.

Από παληά, την Μεγάλη Βδομάδα η μελαγχολία με κατακλύζει και διαβάζω Καβάφη.

Έτσι και ‘φέτος, όπως συνήθως…

Αυτές τις μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,

για τ`άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,

πράγματα συμπαθητικά δικά μας, γραικικά.”

και ένοιωσα εθνική υπερηφάνεια καθώς μου φάνηκε πως άκουσα την φωνή του Κολοκοτρώνη να δίνει διαταγές με την τραχειά αρβανίτικη προφορά του.

Μα όχι για πολύ, γιατί η επόμενη στροφή με προσγείωσε:

Διάβαζα και τα πένθιμα για το χαμό της Πόλης,

Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη”

Αλήθεια, ποτέ πριν δεν το ‘χα σκεφτεί· γιατί δηλαδή οι συμπατριώτες μου, σ`όλη την επικράτεια, θυμούνται πάντα χρόνο με το χρόνο πότε οι Οθωμανοί πάτησαν την Βασιλεύουσα και το μνημονεύουν, αλλά ποτέ κανείς δεν μιλάει για την Θεσσαλονίκη, αν και οι δύο συμφορές, Ὰνοιξη πέφτουν (Θεσσαλονίκη : 29 Μαρτίου 1430). Την απάντηση την δίνει ο ίδιος λίγο παρακάτω:

Όμως απ`τ`άλλα πιό πολύ με άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον, με την παράξενή του γλώσσα

και με τη λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων

που ίσως όλο πίστευαν πως θα σωθούμε ακόμη.”

Η πτώση της Θεσσαλονίκης σημαίνει το τέλος των φαντασιώσεων· την συνειδητοποίηση ότι όλα τέλειωσαν. Η υπέρμαχος στρατηγός εγκατέλειψε το λαό της. Η πτώση της αυτοκρατορίας έρχεται. Η Κωνσταντινούπολη, όταν πατιέται, πέφτει σαν φρούτο σαπισμένο· το αναπόφευκτο έχει γραφτεί 23 χρόνια πριν. Γι`αυτό η πτώση της Σαλονίκης πονάει πολύ. Καλύτερα να μην μιλάμε γι`αυτήν.

Σίτ` αναγνώθ` σίτ` ανακλαίγ` σίτ΄ ανακρούγ` την κάρδιαν.

Ν` αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Ρωμανία πάρθεν.”

Η Ρωμανία! Όταν ήμουνα μικρός, στην γειτονιά που μεγάλωσα, λεγόμαστε Ρωμηοί, και το γένος Ρωμηοσύνη, με ήτα. Το κράτος, ήταν το Ρωμαίικο. Έλληνες έβρισκες στα βιβλία με τους μύθους και τα ηρωικά κατορθώματα του απώτερου παρελθόντος. Ανάμεσά μας περπατούσανε ακόμη άνθρωποι της γενιάς του πατέρα μου, όπως εκείνος ο φίλος του ο κύριος Γιώργος (με ένα επίθετο που τέλειωνε σε -ίδης) που μας έλεγε ιστορίες για το πως τον πήραν από το χωριό του οι Τούρκοι “για αναγκαστική εργασία” και πως ξεπετσωνόντουσαν τα πόδια του ίδιου και των συντρόφων του πάνω στις πέτρες, σε μιά ατέλειωτη πορεία· “-Και γιατί δεν βάζατε τα παπούτσια σας;” πήγα να ρωτήσω μιά μέρα, κι` έφαγα μιά ξανάστροφη απ’ τον πατέρα μου, που είδα τον ουρανό με τ` άστρα…

Είχε και ο πατέρας μου ιστορίες από τη Μικρά Ασία, ιστορίες για το Σαγγάριο, το Εσκί-Σεχήρ, την Κιουτάχεια, το Αφιόν-Καραχισάρ· για τότε που κατέβαινε με τους συντρόφους του το λόφο σαν εφεδρεία και που λίγο προτού φτάσουν για να υποστηρίξουν το μέτωπο, το είδαν να σπάζει˙ την ατέλειωτη φυγή˙ πως κλέβανε κόττες από τα αγροτόσπιτα για να μπορέσουν να κορέσουν την πείνα τους και τους Τσέτες που τους έστηναν καρτέρι μέσα απ’ τα καλαμπόκια. Έλεγε και μια ιστορία για τη Σμύρνη και τους καπνούς που βλέπανε από μακρυά… Δύσκολα πράγματα, ακατανόητα, που σου ξέσκιζαν την καρδιά.

Η Ρωμανία πάρθεν για μια ακόμη φορά το καλοκαίρι εκείνο και εκείνη τη φορά πάρθεν για τα καλά. Πάρθεν απ` τα μυαλά και πήρε τις καρδιές και τις ξερίζωσε.

Κι’ από τότε, σιγά-σιγά, βασανιστικά, χρόνο με το χρόνο, μέρα την ημέρα γινόμαστε όλο και λιγότερο Ρωμηοί, όλο και περισσότερο “Έλληνες”. Μέχρι που στο τέλος οι Ρωμηοί μείνανε θαμμένοι σε κάποιες ιστορίες του Ψαθά· και ο Δημήτριος, ο Αριστοτέλης και ο Αλέξανδρος βγήκαν από τα βιβλία. Τώρα τους λένε Τάκη, Τέλη, Αλέξη και περπατάνε ανάμεσά μας.

Μόνο που τώρα πιά, δεν ξέρουμε ποιοί είμαστε. Την ταυτότητά μας την χάσαμε κάπου στα χωράφια της Μικρασίας:

-Γραικοί δεν είμαστε, έτσι μας λένε οι άλλοι, οι ξένοι. Ντροπιαστικό, αφού έτσι μας είπαν οι Ρωμαίοι. Κι’ ας ήταν που από ‘κείνη την φυλή, τους Γραικούς, βγήκαν οι προ-προπάτορες του Αχιλλέα. Είναι κι` αυτός ο Κολοκοτρώνης που τό ‘λεγε βαριά, σαν βρισιά. Μας θίγει.

-Ρωμηοί δεν θέλουμε να το ακούμε, πονάει. Καλού-κακού το κάναμε Ρωμιοί μήπως και κάποιος πιτσιρικάς κάνει το συνειρμό και ψάξει στο Γκούγκλ κι’ αρχίσει να ρωτάει˙ας έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο.

-Έλληνες βέβαια! μα οι γιαγιάδες μας δεν μας φοβίζανε με την Άτη, δεν μας λέγανε παραμύθια με τον Ηρακλή και τον Οδυσσέα. Δεν έχουμε ναούς για τον Δία και την Αθηνά, ο Αχιλλέας είναι ένα πρόσωπο χαμένο μέσα στην αχλή του μύθου. Όμως, όπως μας λέει η Αρβελέρ, κολακευόμαστε να λέμε ότι είμαστε Έλληνες:

«Γιατί οι αρχαίοι Ελληνες και η δημοκρατία τους είναι αναγνωρισμένοι από την οικουμένη όλη. Ενώ το Βυζάντιο θεωρείται σκοταδιστικό και ιδιαιτέρως όταν το συγκρίνεις με την αρχαία Ελλάδα. Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι το Βυζάντιο ήταν όλο έριδες, καβγάδες και δολοπλοκίες. Εσκοτώθηκα με τον Καστοριάδη πολλές φορές γιατί ο Καστοριάδης, που έπαιζε τους αρχαίους στα δάχτυλα, δεν ήξερε τίποτα από Βυζάντιο. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ έγραφε ότι η παγκόσμια Ιστορία αρχίζει από τότε που το ελληνικό πνεύμα εξύπνησε. Πώς να μη νιώθεις υπέροχα να λες ότι είσαι απόγονος αυτών που έφεραν τη σοφία και τον πολιτισμό στον κόσμο;».

Ήταν και κάποιοι άλλοι βέβαια, που το να είναι Έλληνες τους τρόμαζε! Έγραψε ο Γιάννης Καμπύσης:

Το βάρος των προγόνων μου είνε πολύ πολύ μεγάλο. Τ’ όνομά τους και μόνο με πλακόνει, σα βουνό, σαν τον Όλυμπο! Δεν είμαι ελέφτερος καθόλου κι’ είμαι καταδικασμένος να είμαι αιώνια σκλάβος τους. Να κάμω τίποτα δε μπορώ, γιατί είμαι απόγονος του Εβριπίδη. Η Ακρόπολη λάμπει κι’ ο Παρθενώνας ατίμητο πετράδι της γιγάντιας αυτής κορώνας της ανθρωπότητας και των αιώνων, με θαμπόνει και με σκεπάζει! Ούτε να περπατήσω δε μπορώ και μονάχα κλαίω… κλαίω, γιατί είμαι ο ανάξιος απόγονος των μεγάλων προγόνων!”.

Άσε που Έλληνες και χριστιανοί μαζί δεν γίνεται, είναι λίγο σχιζοφρενικό. Οι Έλληνες μεταλλάχθηκαν σε χριστιανούς με το σπαθί των αυτοκρατόρων και με τη βοήθεια των Τριών Ιεραρχών που προσπάθησαν να στρογγυλέψουν τις γωνίες. Έ, αυτό είναι ευκολάκι, μας λένε οι αριστερίζοντες, οι μοντέρνοι και οι μεταμοντέρνοι: Ο Χριστιανισμός και οι άλλες θρησκείες δεν υπάρχουν πιά˙ ο θεός έχει πεθάνει˙ το πρόβλεψε ο Ντοστογιέφσκυ, το διέγνωσε ο Νίτσε, τον αντικατέστησε ο Μαρξ με τη θεωρία του και τον “αποδόμησε” ο Ντεριντά! – Ναι καλά! Και τί θα πω εγώ στα εγγόνια μου όταν με ρωτήσουν γιατί ψήνουμε αρνί το Πάσχα; και ποιός είναι αυτός ο Αγιοβασίλης που τους φέρνει παιχνίδια τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς;

“Το όχημα της εθνικής ταυτότητος είναι η γλώσσα.” μας λέγει ο κύριος καθηγητής, “διότι η γλώσσα φέρει το αποτύπωμα των ηθών και εθίμων, της θρησκείας και όλων των ιδιαιτεροτήτων ενός λαού και της ιστορίας του”! Μάλιστα! Σαν να λέμε ότι δεν μας χρειάζεται το αυτοκίνητο, φτάνει που έχουμε το αποτύπωμα του ελαστικού του στη λάσπη! Μωρέ που τους βρήκαμε όλους αυτούς τους καθηγητές και τους διανοούμενους! Οι περισσότεροι ψάχνουν να βρουν την πιό τρελή ατάκα, να κάνουν εντύπωση με κάτι απίστευτο, επιθετικό, παράδοξο ή ακαταλαβίστικο! Όλα γίνονται ανούσια για λίγη, τοσοδούλα μόνο τηλεοπτική προβολή και φευγαλέα δημοσιότητα.

Δεν έχουμε πνευματική ηγεσία, θα πει ο άλλος! Και όμως, έχουμε! Μόνο που αυτοί δεν βγαίνουνε στις τηλεοράσεις και στα ραδιόφωνα˙ δεν το ‘χουν ανάγκη˙ με τους πολιτικούς δεν έχουνε φιλίες. Για να τους βρει κανείς, πρέπει να τους διαβάσει και αυτός ο λαός δεν διαβάζει. Ότι μαθαίνει το παίρνει από ευκολοχώνευτες και εντυπωσιακές πηγές. Από κανάλια της TV, από Blog και site της συμφοράς, από το facebook, το Tweeter και το Tik-Tok. Όσο πιό συνωμοτικά κι’ ανώνυμα τόσο το καλύτερο. Η παιδεία καταστράφηκε από κουτοπόνηρους πολιτικούς και την καταστροφή καλοδέχτηκαν οκνηροί υπήκοοι.

Κι’ ας μας είχε προειδοποιήσει ο Italo Calvino :

Μια Χώρα που καταστρέφει το σχολειό της, ποτέ δεν το κάνει μόνο για τα χρήματα, ή πως τάχα λείπουν τα μέσα, ή οι δαπάνες είναι αβάσταχτες. Μια Χώρα που γκρεμίζει την διδασκαλία, ήδη κυβερνιέται από εκείνους που η διασπορά της γνώσης και μόνο τους πανικοβάλλει”

(Un Paese che disstrugge la sua scuola, non lo fa mai solo per soldi, perché le risorse mancano, o i costi sono eccessivi. Un Paese che demolisce l’istruzione è già governato da quelli que dalla diffusione del sapere hanno solo da temere).

Το ερώτημα που πλανιέται, από την αρχή του πονήματος αυτού, λοιπόν, είναι γιατί προτιμήσαμε το Έλληνες από το Ρωμηοί; είναι πράγματι ο πόνος της Μικρασιατικής Καταστροφής, η καυχησιά για τους αρχαίους προγόνους ή ίσως η συνήθεια; Αν δεν απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα πως θα μπορέσουμε να συμπήξουμε μια κοινή εθνική ταυτότητα, μια ταυτότητα που να μην είναι σχιζοφρενική, που να μας ενώνει, μια ταυτότητα διαμορφωμένη με στόχο τη διαχείριση και αναπαραγωγή εθνικών συμβόλων, τη διατήρηση πολιτισμικών χαρακτηριστικών, (όπως παιδεία, τέχνη και γλώσσα) καθώς και προτύπων συμπεριφοράς (ήθη, συνήθειες), τη θρησκεία και τις παραδόσεις, και εντέλει τον προσδιορισμό του περιεχομένου της εθνικής πολιτικής.

Χρόνια πριν, βρέθηκα σε ένα τραπέζι με Ιταλούς φίλους. Ένας από αυτούς, πλοίαρχος του Πολεμικού τους Ναυτικού τότε, αναφερόμενος στους φιλοσόφους Σωκράτη και Πλάτωνα, τους ονομάτισε “I nostri antennati”! Οι πρόγονοί μας;;; στραβά το κατάπια αυτό. Δεν είπα τίποτα για να μην χαλάσω την βραδυά και την ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αλλά όταν ξάπλωσα το βράδυ για να κοιμηθώ, προσπάθησα να το διαχειριστώ. Εκεί αναδύθηκε η σκέψη, ΝΑΙ, ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ; Αφού εγώ πιστεύω πως είμαι Ρωμηός, γιατί αυτοί να μην θεωρούν τους αρχαίους Έλληνες προγόνους τους; Όταν οι Ρωμαίοι οικειοποιήθηκαν την τέχνη, τους θεούς, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, τα ήθη και τα έθιμά τους, γιατί να μην τους θεωρούν πρόγονούς τους; Αφού τους υπολογισμούς τους οι αρχιτέκτονες και οι αστρονόμοι τους έκαναν με ελληνικούς άβακες; Το καράβι που ναυάγησε έξω από τα Αντικύθηρα, μετέφερε την προίκα μιας Ρωμαίας αρχόντισσας. Ανάμεσα στα προικιά, βρισκόταν και ο υπολογιστής των Αντικυθήρων. Την εποχή εκείνη βλέπετε, τα προϊόντα από την Ελλάδα θεωρούνταν ανώτερης ποιότητος. Πιό μοντέρνα, καλλίτερα στην κατασκευή, πιό εκλεπτυσμένα, καλύτερου γούστου. Κατάλληλα για μια αρχόντισσα, και μόνο μια αρχόντισσα μπορούσε να διαθέσει τα χρήματα!

Γιατί λοιπόν και ‘γώ να μην πω, πως ο Σενέκας, ο Κικέρων, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ευσέβιος από την Μύνδο κι’ο Πλήνιος, ο Βιτρούβιος και ο Ερμόδωρος από την Σαλαμίνα, είναι πρόγονοί μου; Αφού μάλιστα, όλοι αυτοί, συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και μηχανικών ήταν;

Γιατί να πιστέψω ότι οι Έλληνες χάθηκαν κάπου στην Ελληνιστική περίοδο και εμφανίστηκαν πάλι από το πουθενά το 1821; Γιατί να ξεχάσω τον Πλήθωνα, τον Χρυσολωρά και τον Ψελλό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (έτσι την έλεγαν οι κάτοικοί της, όχι Βυζάντιο); Γιατί να ξεχάσω τους τρεις Ιεράρχες; Γιατί να ξεχάσω τους μηχανικούς και φυσικούς της εποχής, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο; Γιατί να ξεχάσω τον φιλόσοφο, μηχανικό και αστρονόμο Αμμώνιο; Τον αρχιτέκτονα Καλλίνικο;

Αφού μάλιστα ακόμη και αυτοί οι ίδιοι τότε αυτό έλεγαν! Ο Μανουήλ Χρυσολωράς για παράδειγμα τον δέκατο τέταρτο αιώνα έλεγε : » … είτε Έλληνας βούλοιτο τις λέγειν, είτε Ρωμαίους, ημείς εσμέν εκείνοι και την Αλεξάνδρου δε και των μετ’ εκείνων, ημείς σώζομεν διαδοχήν»!

Ακόμη και κάτω από το σκοτάδι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εμφανίστηκαν φωτεινά μυαλά που διέπρεψαν, όπως ο Φαναριώτης νομικός Δημήτριος Καταρτζής και ο Κερκυραίος κληρικός Ευγένιος Βούλγαρης, που δίδαξε φιλοσοφία και μαθηματικά. Τα ξαδέλφια και γεωγράφοι Γρηγόριος Κωνσταντάς και Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Κοζανίτης γιατρός Μιχαήλ Περδικάρης.

Γιατί να αφήσω τον τεράστιο τούτον πνευματικό πλούτο σε άλλους; και σε ποιόν μα την αλήθεια; γιατί να ξεχάσω ότι ο προ-προ-προ-πρόγονός μου ήταν Γενοβέζος πειρατής; Ρωμηός λοιπόν νοιώθω στην καρδιά και χριστιανός από παράδοση˙ Έλληνας γιατί μιλάω ελληνικά.

Καλή Ανάσταση λοιπόν, στους Ρωμηούς, στους Έλληνες αλλά και σ’ όλους τους άλλους˙ ακόμη και στους «άθεους»! Γιατί μια Ανάσταση, όλοι οι άνθρωποι την χρειάζονται!

Δημήτρης Κατελούζος

Μεγάλη Παρασκευή, 14 Απριλίου 2023

Σχετικά:

1. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελερ: «Ο Θεός της Ελλάδας δεν βαρέθηκε την Ελλάδα. Iσως βαρέθηκε τους Eλληνες». Συνέντευξη στον Θανάση Λάλλα, ΒΗΜΑΓΚΑΖΙΝΟ, 14 Μαϊου 2018.

2. Γιάννης Καμπύσης: “Ανάξιος απόγονος των μεγάλων προγόνων”, επιστολή προς τον φιλόλογο Karl Dieterich, 2/14 Μαϊου 1897.

3. Ποίημα “Πάρθεν”, Κωνσταντίνος Καβάφης, από την συλλογή “Ατελών Ποιημάτων”:

Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

4. Ρωμηοί ή Έλληνες;
«ΠΟΣΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΗΤΑΝ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ» (Απόκομμα από το “Eλληνικός πολιτισμός”, του I. Δραγούμη, εκδ. Φιλόμυθος σ. 52.

«Τον Κωνσταντίνο, τον Ιουστινιανό, τους Ισαύρους, ή τον καιρό που άφιναν και γίνουνταν ερείπια ο τόπος αυτός της ζωής και της ταραχής; Αυτός ο καιρός είναι πιο σιμά μου. Όταν ξέπεφτε το κράτος και ο Ιππόδρομος, βασίλευαν οι Κομνηνοί και οι Παλαιολόγοι και ήταν οι ελληνικότεροι από τους βασιλιάδες. Πολεμούσαν, οι άτυχοι, πολεμούσαν να βαστάξουν κάτι, κοίταζαν να βρουν αλλού βοήθεια, και Φράγκοι να γίνουν ίσως για να σώσουν το κράτος θέλησαν, την αδυναμία τους την έβλεπαν, τη δύναμη την ένοιωθαν, και τίποτε δεν έκαναν. Σας αγαπώ, ω τελευταίοι βασιλιάδες, γιατί είστε Έλληνες και δυστυχισμένοι. Αν με είχαν μάθει καλλίτερα την ιστορία μου, τη βυζαντινή, εκείνοι που με μάθαιναν τα γράμματα, θα ήξερα να ξυπνώ περισσότερες ψυχές της περασμένης ζωής. Τώρα, σα λάβα πυρωμένη, χυμίζει από μέσα μου η αξεδιάλυτη, πλεγμένη ιστορία των Αυτοκρατόρων». (Στην Πόλη, 1904, Νουμάς)

«Σκοπός εκείνων που έφτειασαν το νέο κράτος ήταν να ξαναπιάσει ο Ρωμηός τη διοίκηση του κράτους του που είχε πρωτεύουσα την Πόλη και να ξανακαθίσει Έλληνας βασιλιάς στο θρόνο των Παλαιολόγων.

Μα οι περιστάσες, η σχετική αδυναμία των αρχηγών και οι μεγάλοι της γής έτσι το θέλησαν και αντί να γίνει, σύμφωνα με τη θέληση του λαού το κράτος της μεγάλης ιδέας, έγινε ένα μικρό ελληνικό κράτος στο μέρος που είχε ανθίσει η αρχαία Ελλάδα.

Το ελληνικό όνειρο ίσως να περιορίστηκε προπάντων από την ευρωπαϊκή αντίληψη την ξεπαρμένη τότε από μια νεογέννητη φωτοβολή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Μόνο οι Ρώσοι, με το να μην έχουν κλασσική μόρφωση, ένοιωθαν σωστά ποιο ήταν αλήθεια το ελληνικό όραμα, και αυτοί δε είχαν λόγους να το σπρώξουν να γίνει πράμα, απεναντίας το έτρεμαν.

Και οι Τούρκοι όμως, που δεν τους εσκότιζαν το μυαλό οι πιο αρχαίες ιστορίες, κι αυτοί ήξεραν καλά το τί εγύρευε το ξυπνημένο πια έθνος των Ρωμαίων, γιατί το θυμόντουσαν και οι ίδιοι – δεν είχαν περάσει και πολλά χρόνια – πως από αυτό το έθνος, το βασιλικό, επήραν την Πόλη, και αυτό το ίδιο θα θελήσει μια μέρα πάλι να τους την ξαναπάρει.».

«…Και όπως ο φιλελληνισμός και η αρχαιομανία των Ευρωπαίων και η όμοια αρχαιομανία των γραμματισμένων Ρωμηών έπλαθαν την αντίληψη μιας μικρής Ελλάδας στενεύοντας τα σύνορα της φυλής και ταιριάζοντάς τα με τα σύνορα της αρχαίας, ενώ ο λαός είχε ζωντανή μέσα του σα πόθο εθνικό πάντα τη βυζαντινή παράδοση της αυτοκρατορίας, έτσι και στα άλλα, ενώ ο λαός κρατούσε τη δημοτική παράδοση, οι γραμματισμένοι με τη βοήθεια των αρχαιόμαθων φιλελλήνων οραματίζονταν με τον αρχαίον Ελληνισμό στενεύοντας τη ζωή του έθνους.

Και οι φιλέλληνες και οι γραμματισμένοι Έλληνες επρόβαιναν με το μυαλό τους καττά κάποιαν αφαίρεση. Η νέα Ελλάδα ήταν κατευθείαν συνέχεια της αρχαίας, τα ενδιάμεσα δυο χιλιάδες χρόνια με τους δύο ελληνικούς πολιτισμούς τους ήταν σβησμένα. Αλεξαντρινά κράτη και προ πάντων βυζαντινό δεν είχαν υπάρξει.

Όλα είχαν φτωχύνει τόσο μέσα στη ψυχή των μορφωμένων του έθνους, που δε εστοχάστηκαν ότι μπορούσαν να στραφούν αλλού παρά στην Ευρώπη για να γυρέψουν πρότυπα και για τους νόμους του κράτους και για τη διοίκηση και για την πνευματική ζωή.

Ο ξενοφερμένος βασιλιάς με οργανωτές χοντρούς Βαυαρέζους αντίγραψαν νόμους φράγκικους και συντάγματα ισωπεδωτικά ο γερμανομαθημένος αρχιτέκτονας μετάφερνε μαζί του από τη Γερμανία δείγματα σπιτιών, ο γαλλομαθημένος ράφτης μόδες, ο φραγκοπασαλειμμένος νομικός νόμους και ο διαβασμένος ποιητής στίχους ρωμαντικούς. Και ό,τι έφτανε ίσα από την Ευρώπη εφάνταζε και λαμποκοπούσε, ό,τι εντόπιο ήταν περιφρονημένο.

Στην Ευρώπη φώλιασε ο πολιτισμός και η επιστήμη, εκεί λοιπόν φυτρώνει και κάθε τελειότητα. Όποιος δε πήγε στο Παρίσι δεν είναι άνθρωπος. Ο νομοθέτης φραγκοφερμένος και αυτός ή τουλάχιστο φραγκομαθημένος ετσάκισε με νόμους τα φυσικά του Ρωμηού, την κοινοτική ζωή, αντί να τη μελετήσει και να την καλλιτερέψει και απάνω της να θεμελιώσει τον κρατικό μηχανισμό, την κατασύντριψε, γιατί στη Βαυαρία δεν υπάρχουν κοινότητες.

Το μόνο που θέλησαν να κρατήσουν ελληνικό, και αυτό όμως όχι νεοελληνικό, ήταν οι τύποι, η φάτσα, η εξωτερική μορφή, και βάφτισαν με αρχαιόπρεπα ονόματα τους θεσμούς και τις διάφορες θέσεις και αξιώματα. Φτάνει να λέγονταν κάτι “δήμος” και ήταν αμέσως ελληνικό, “σύνταγμα” και ήταν καλό, “βουλευτής” και ήταν γνήσιο.

Έτσι και τους ανθρώπους από πρωτητερινά χρόνια άρχισαν και τους βάφτιζαν Περικλήδες, Θεμιστοκλήδες, Σωκράτηδες, Δημοσθένηδες, νομίζοντας πως θα τους έφτειαναν έτσι γνήσιους απόγονους των αρχαίων που τους σπούδαζαν ωστόσο στην Ευρώπη για να τους τελειοποιήσουν. Και αρμένιζε η Ελλάδα όλη κατάισα κατά κάποιον αρχαιόμορφο και ξενότροπο μαϊμουδισμό, που έκαμε το ελληνικό μυαλό να παραδέρνει σε μια λιμνοθάλασσα από ιδέες παλιές και νέες.»

5. Η παρακάτω εικόνα δείχνει πόσα χρόνια διατηρήθηκε η «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» σε κάθε περιοχή. Θα παρατηρήσει κανείς ότι η περιοχή της Ρώμης ανήκε στην «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» μόλις 800 χρόνια, ενώ στον Ελληνικό χώρο, η αντίστοιχη διάρκεια ήταν από 1300 μέχρι 1550 χρόνια. Ας μην κολλάμε λοιπόν στα ονόματα. Το «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» ένα όνομα ήταν!

3 σκέψεις σχετικά με το “ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ, ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ.

  1. Εξαίρετο το πόνημά σου φίλε (μου επιτρέπεις, ως μεγαλύτερο, αυτήν την προσφώνηση) Δημήτρη! Αυτή η χώρα, η σημερινή Ελλάδα, κατοικείται από (νεο)Έλληνες που καμαρώνουν για την καταγωγή τους χωρίς όμως να την τιμούν με τις πράξεις τους. «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια, που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να το ακουμπήσω» λέει ο Σεφέρης. Ο Θεοδόσης Τάσιος γκρινιάζει κι αυτός : Περηφανευόμαστε για ένα κλέος στο οποίο δεν συνεργήσαμε (από μνήμης αυτό, χωρίς εισαγωγικά). Όσο για τα αρχαία ελληνικά ονόματα (Αλκιβιάδης, Αριστοτέλης, κλπ), αυτά τα εξαφάνισε συστηματικά η επίσημη εκκλησία όταν απαγόρευε ουσιαστικά τη χρήση τους, απαιτώντας από γονείς και αναδόχους η ονοματοδοσία να γίνεται αποκλειστικά με ονόματα αγίων που αναγράφονταν στο επίσημο εορτολόγιο. Σήμερα βέβαια, στην εποχή που όλα επιτρέπονται, αυτά τα ονόματα επανέρχονται δειλά-δειλά, παλεύοντας με την παράδοση (το όνομα του παππού στον εγγονό κλπ…) και διαγκωνιζόμενα με «μοντερνισμούς» τύπου: Ηλιοσκέπαστη, Ροδάνθη, και τα συναφή. Φοβάμαι ότι δεν αργούν να εμφανισθούν ονόματα σαν το «Moon Unit», το όνομα που είχε δώσει στην κόρη του ο Frank Zappa…

    Μου αρέσει!

    1. Δυστυχώς αυτός ο λαός δεν διαβάζει! Δεν λέω ότι φταίει ο ίδιος 100%. Η κόρη μου από τον γιό μου απέχουν τρία μόλις χρόνια (1975 και 1978). Αρκετά ήταν για την μεγάλη καταστροφή που επέφερε η μόδα των ετήσιων τροποποιήσεων των Υπ.Παιδείας του ΠΑΣΟΚ. Η κόρη μου έμαθε γράμματα και ο γιός μου όχι. Ήταν οι μέρες που οι δάσκαλοι δεν διόρθωναν την έκθεση για «να μην δημιουργήσουν τραύματα στις παιδικές ψυχές» και άλλα δακρύβρεχτα που διέλυσαν την παιδεία. Καλή Ανάσταση να έχουμε!

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε