Αλεμαγιέχου

(Ο “Κοσμογυρισμένος”, ή κάτι τέτοιο)

<===========>

Ήτανε μαύρος, μαύρος σαν τη νύχτα, πιό μαύρο δεν έχω δεί ποτέ ξανά, στην ζωή μου. Την πρώτη φορά που τον είδα “έφαγα φρίκη”, νομίζω. Πέντε χρονών παιδί και βλέπω κάποιον που ήταν ίδιος ο πατέρας μου, αλλά σαν σε αρνητικό φιλμ. Είχε άσπρα κατσαρά μαλλιά και άσπρο μουστάκι αλά Χίτλερ και μπήκε στον κόσμο μου ντυμένος με ένα μπλε τσίτινο κοστούμι.

Ήρθε στο σπίτι μας απροειδοποίητα και ο πατέρας μου τον κάθισε σε ένα μικρό τραπεζάκι που είχαν οι δικοί μου στην κρεβατοκάμαρά τους για να τρώνε το μεσημέρι. Παράγγειλε στην μάνα μου να τους φέρει μεζέ και ρετσίνα. Εκείνη άρχισε να φέρνει ελιές, μια ντομάτα, λίγη φέτα, ψωμί και ένα καρτούτσο με δυό ποτήρια. Μίλαγαν σαν να γνωρίζονταν από παλιά. Έμεινα στην πόρτα να τους κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό. Κοιτούσα μιά τον ένα, μιά τον άλλο και ήταν αδύνατο να καταλάβω. Πως είναι αυτός ο άνθρωπος έτσι; και πόσο έμοιαζε με τον πατέρα μου˙ μόνο στα χρώματα άλλαζαν! Όπου ο πατέρας μου είχε λευκό δέρμα, αυτός είχε μαύρο. Όπου ο πατέρας μου είχε μαύρα μαλλιά, αυτός είχε άσπρα. Βλέπετε, εκείνη την εποχή ο πατέρας μου είχε ακόμη μαύρα μαλλιά, κατσαρά και ένα μαύρο μουστάκι, αλά Χίτλερ! Έμεινα στην πόρτα να κοιτάζω απορημένος και έκπληκτος. “Ελένη!” φωνάζει ο πατέρας μου. “Πάρε το παιδί από ‘δω!

Η μάνα μου έρχεται από πίσω και κάνει να μου πιάσει τον αριστερό αγκώνα. Τραβώ το χέρι μου με πείσμα και συνεχίζω να κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό. Τότε εκείνη με αρπάζει και με βγάζει έξω στην αυλή, σηκωτό. Απτόητος ανεβαίνω σ’ ένα σκαμνί, τεντώνω τα πόδια για να κοιτάξω από το παράθυρο. Ίδια εικόνα! Αυτός ο άνθρωπος είχε πολλά περίεργα επάνω του και εγώ, ήταν αδύνατον να καταλάβω. Η μάννα μου προσπάθησε να μου ικανοποιήσει την περιέργεια και μου είπε ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν από μια χώρα μακρινή, που τη ‘λέγαν Αβησσυνία! και τί έκανε εδώ; και πως ήρθε; και γιατί το χρώμα του ήταν μαύρο; Δύσπεπτα πράγματα για ένα μικρό παιδί στα πέντε.

Ο Αλεμαγιέχου ήρθε κι’ άλλες φορές στο σπίτι μας. Όταν φαινόταν στην πόρτα, η μάνα μου ειδοποιούσε τον πατέρα μου: ”Έλα, συχαρίκια! Ήρθε ο Χαϊλέ Σελασιέ!”. Είχα την εντύπωση ότι η μητέρα μου δεν τον πολυσυμπαθούσε για κάποιο λόγο, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί! Τον έβλεπα κάποιες φορές και στο παντοπωλείο του Αντωνόπουλου και στο καρβουνιάρικο του Μπάρμπα Μήτσου, να κάθεται με τους άλλους της παρέας και να πίνουν την ρετσίνα τους. Πάντα φορούσε εκείνο το μπλε κουστούμι. “Στην χώρα του την Αβησσυνία, ο ήλιος καίει πολύ και όλοι μαυρίζουν με ένα χρώμα μαύρο σκούρο από μικροί. Και μπαίνει το μαύρο τόσο πολύ βαθειά στο δέρμα τους, που δεν μπορούν να το βγάλουν πιά! Ούτε με σαπούνι!”. Μου εξήγησε ο πατέρας μου. Αυτό με ικανοποίησε για αρχή, μόνο που˙ πού ήταν αυτή η Αβησσυνία; γιατί έφυγε από το σπίτι του; γιατί άφησε την οικογένειά του;

Με τον καιρό, μεγαλώνοντας και ρωτώντας συνεχώς, έμαθα ότι είχε έρθει στην Ελλάδα στις αρχές του 1936, σε ηλικία 22 ετών. Εγκατέλειψε την χώρα του μετά την εισβολή των Ιταλών του Ντούτσε και την καταστροφή του εθνικού τους στρατού, που τότε ο Αλεμαγιέχου υπηρετούσε σαν ανθυπολοχαγός. Έφυγε για να γλυτώσει την ζωή του˙ έφυγε μακρυά από τον πόλεμο, μόνο για να τον βρει και πάλι στην Ελλάδα!

Στην Ελλάδα δεν άργησαν να φτάσουν οι Γερμανοί! Όταν μπήκαν στην Αθήνα, ο πατέρας μου δούλευε τεχνίτης στου Μαλτσινιώτη. Οι Γερμανοί επίταξαν το εργοστάσιο και έκαναν κάποιες μετατροπές ώστε να κατασκευάζονται ανταλλακτικά και να μοντάρονται κινητήρες για τα καταδιωκτικά τους. Κάποια μέρα, νωρίς το απόγευμα, τέλη καλοκαιριού του ‘42, οι σειρήνες του εργοστασίου άρχισαν να ουρλιάζουν ασταμάτητα. Όλοι όσοι εργάζονταν στο εργοστάσιο οδηγήθηκαν με την βία στο προαύλιο όπου τους παρέταξαν εφ’ ενός ζυγού. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Γερμανός διοικητής βγήκε σε λίγο έξαλλος, στήθηκε στη μέση της αυλής κι’ άρχισε να ξεφωνίζει κατακόκκινος κάτι στα γερμανικά. Ένας ταλαίπωρος μεταφραστής ψέλλισε κάτι για δολιοφθορές στα αεροσκάφη. Κάποιοι έριχναν κρυφά μικρές βίδες και παξιμάδια μέσα στα δοχεία λαδιού των κινητήρων. Τα αεροσκάφη απογειώνονταν κανονικά, αλλά σε κάποια μανούβρα τα ξένα σώματα έφταναν στο σύστημα μετάδοσης και κατέστρεφαν τα δόντια στα γρανάζια. Πολλά αεροσκάφη έπεσαν σαν αποτέλεσμα. Οι Γερμανοί έψαχναν τους δολιοφθορείς. Μετά από ένα – δύο λεπτά σιγής, ο Διοικητής ανακοίνωσε, μέσω του διερμηνέα, ότι αφού δεν μαρτυρούσε κανείς, θα άρχιζε να εκτελεί με την σειρά τους παρατεταγμένους, μέχρι να εμφανιστεί κάποιος και να προσφέρει πληροφορίες. Για του λόγου το αληθές, προχώρησε αργά, με επισημότητα, στην αρχή της σειράς, στα δεξιά του πατέρα μου. Έκανε ξανά την ερώτηση. Με τρεμάμενη φωνή, επανέλαβε ο μεταφραστής. Τίποτα!

Είναι μυστήριο πως παγώνει ο χρόνος όταν τα πράγματα δυσκολεύουν! Πως το μυαλό ξυπνά και καταγράφει και την πιό μικρή λεπτομέρεια! Ο σκληρός ήχος του ατσαλιού του Λούγκερ, ο πυροβολισμός, η σφαίρα που έσκιζε το κρανίο, ο γδούπος σαν σακιού με άμμο που πέφτει στο χώμα, το κλείσιμο του δράματος με το κουδουνάκι του κάλυκα που κυλλά στο έδαφος, όλοι οι ήχοι να ακούγονται ξεκάθαροι, ξεχωριστοί ο ένας από τον άλλο. Ένα χέρι τρεμάμενο αρπάζει το αριστερό χέρι του πατέρα μου, καλοδεχούμενο! Ένα χέρι μαύρο. Τί σχέση έχει το χρώμα! Πως ελαττώνεται το τρέμουλο όταν δυό τρεμάμενα χέρια πιάνουν το ένα το άλλο! Κάποιος μαθηματικός πρέπει να ασχοληθεί μια μέρα, να λύσει την εξίσωση! Ο Διοικητής, φαινομενικά αδιάφορος, κάνει ένα βήμα προς τα δεξιά του. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται! Οι φωνές, οι ήχοι η κρυάδα άλλη μια φορά ακόμα. Δυό άνθρωποι, ένας λευκός, ένας μαύρος, κρατημένοι από το χέρι, να μετρούν τα βήματα που τους χωρίζουν από την μαύρη τρύπα!

Ξάφνου, μια αναταραχή από απέναντι. Κάποιος στρατιώτης σπρώχνει βίαια έναν εργάτη έξω από τη γραμμή προς την μέση της πλατείας. Αυτός πέφτει κάτω. Ο Διοικητής σταματά αυτό που έκανε και στρέφει την προσοχή του προς τα εκεί. Πλησιάζει τον άνθρωπο που βρίσκεται με τα γόνατα στο έδαφος και κλαίει με αναφιλητά. Είναι ένας από τους εργοδηγούς. Φωνές και σκαμπίλια, ένα όνομα ακούγεται μέσα στην αναστάτωση: “Γιώργος Ιβάνωφ!”. Αλλά ο Ιβάνωφ δεν είναι εκεί. Ο Γερμανός κολλάει το Λούγκερ στο κούτελο του εργοδηγού. Αυτός σταματά να κλαίει και τον κοιτάζει κατάματα. Ακόμη ένας πυροβολισμός.

Ο Διοικητής, πριν φύγει φουριόζος, ορίζει ποιοί θα μαζέψουν τα πτώματα, ποιοί θα καθαρίσουν τα αίματα. Διατάζει τους υπόλοιπους να γυρίσουν στις δουλειές τους. Η Ιστορία θα αναφέρει το όνομα του Ιβάνωφ με χρυσά γράμματα. Οι υπόλοιποι θα παραμείνουν ανώνυμοι ήρωες και παράπλευρες απώλειες ενός πολέμου που αιματοκύλισε την Ευρώπη.

Ο Αλεμαγιέχου έμεινε στην Ελλάδα και μετά την κατοχή. Με τον πατέρα μου έμειναν φίλοι από εκείνο το σκοτεινό απόγευμα. Τον γνώρισε στην παρέα του, τον σύστηνε σε δουλειές και πότε-πότε του έδινε και κάνα χαρτζιλίκι˙να το γιατί η μάνα μου ζοχαδιαζόταν όταν τον έβλεπε να έρχεται.

Πάντως στην Ελλάδα ο Αλεμαγέχου δεν πρόκοψε κι’ ας μίλαγε τα Ελληνικά “φαρσί”˙ κι’ ας ήταν πρόθυμος, δουλευταράς και ευγενικός. Κάποια τέχνη δεν έμαθε ποτέ. Μια μέρα ήρθε στο σπίτι, ως συνήθως, με το τριμμένο πια σακάκι του στα πρόθυρα της διάλυσης. Κάθισε με τον πατέρα μου στο μικρό το τραπεζάκι, μίλησαν και ήπιαν το κρασί τους. Όταν κίνησε να φύγει, ο πατέρας μου του έβαλε στην τσέπη κάτι χάρτινο. Θα πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλης αξίας, γιατί η συχωρεμένη γούρλωσε τα μάτια της και σφύριξε στον πατέρα μου: “Εδώ δεν έχουμε να ταΐσουμε τα παιδιά, τον Χαϊλέ χαρτζιλικώνεις;”. “Πάψε γυναίκα! Δεν ξέρεις, μην ανακατεύεσαι!” Της απαντά ο πατέρας μου. “Είδε κι’ απόειδε και μαζεύει λεφτά για να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του!”.

Ο Αλεμαγιέχου τράβηξε σκυφτός, με το τριμμένο του κουστούμι, σέρνοντας τα βήματά του προς την καγκελόπορτα της σπιτονοικοκυράς μας. Την άνοιξε, βγήκε έξω και την έκλεισε πίσω του μαλακά, με την ευγένεια που τον διέκρινε. Την έκλεισε και χάθηκε στις ομίχλες του χρόνου. Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών.

Δημήτρης Κατελούζος

Νοέμβριος 2021

Σχολιάστε