(Σπαράγματα Ιστορίας)
<===========>
Το καλοκαίρι του ‘67, η επιφυλακή είχε αρχίσει να ατονεί, κι’ έτσι το φθινόπωρο, όσοι από τις Στρατιωτικές Σχολές ήταν εξοδούχοι έβγαιναν πιά κανονικά, δηλαδή από Σάββατο απόγευμα μέχρι Κυριακή βράδυ. Το μόνο πρόβλημα που είχαμε, ότι έπρεπε να φοράμε πάντα την στολή, γιατί αλλιώς… Αλήθεια ποτέ δεν ήμουν σίγουρος τί ήταν αυτό το “αλλιώς” εκείνη την εποχή, αλλά καλού – κακού…
Έτσι κι’ εκείνο το απόγευμα του Οκτωβρίου, πηγαίνω για να βρω τον κολλητό μου τον Αντρέα, συμμαθητή μου από το γυμνάσιο, τότε φοιτητή, για να οργανώσουμε την έξοδό μας. Την πόρτα μου ανοίγει ο πατέρας του ο Μάστρο-Γιάννης. Ψηλός με άσπρα σγουρά μαλλιά, είχε μια αδιόρατη ομοιότητα με τον πατέρα μου και όχι μόνο στην όψη. Για παράδειγμα, από τις διηγήσεις τους είχα μάθει ότι σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους, είχαν έρθει περπατώντας μέσα στον χειμώνα από την Θράκη μέχρι την Θεσσαλονίκη. Σαν αποτέλεσμα είχαν περάσει φυματίωση που και οι δύο δεν την κατάλαβαν και την έβγαλαν στο πόδι! Το έμαθαν και οι δύο από κάποιον καρδιολόγο πολλά χρόνια μετά! Επίσης και οι δύο ήταν εργάτες σε τεχνικές εργασίες˙Τυπογράφος ο πατέρας μου, τορναδόρος στον Πειραιά ο Μάστρο-Γιάννης, εξ ου και το παρατσούκλι! Τέλος – τέλος, είχαν το ίδιο όνομα! Γιάννης και ο ένας Γιάννης και ο άλλος! Από αυτή του την ομοιότητα με τον πατέρα μου, αλλά και την γενική συμπεριφορά του, σεβόμουν τον Μάστρο-Γιάννη και τον είχα για πρότυπο πατέρα και οικογενειάρχη. Με καλωσορίζει στην πόρτα μ’ ένα υπομειδίαμα και χωρατεύει: “Επ! Τί θα γίνει με σένα; ακόμη να σου δώσουν απολυτήριο;”. Καθόταν σε μια πολυθρόνα σκηνοθέτη στο χωλάκι, όπως συνήθιζε και διάβαζε τις εφημερίδες του. “Στην κουζίνα είναι, σε περιμένει!” μου λέει και γυρίζει στην θέση του.

Μπαίνω στην κουζίνα και βρίσκω τον Αντρέα. “Θα έρθει και ο Λευτεράκης”, μου ανακοινώνει. Πιάνουμε την κουβέντα και ο Λευτεράκης αργεί. Όταν επιτέλους έρχεται, συνεχίζουμε την σαχλαμάρα και η ώρα περνά. Όταν πια αποφασίζουμε να φύγουμε έχει πάει οκτώμισι. Βγαίνουμε στο κρύο εκείνου του φθινοπώρου και στο σκοτάδι εκείνης της εποχής.
Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε 20 μέτρα στην κατηφόρα και παρατηρώ ένα αυτοκίνητο με σβησμένα τα φώτα να μας ακολουθεί. Γυρίζω και με την αποκοτιά της νιότης, πηγαίνω στο παράθυρο του οδηγού και τον ρωτάω με αυστηρό ύφος ποιοί είναι. Ο οδηγός αρπάζεται και μου ζητάει την ταυτότητά μου. “Δεν είσαι καλά του λέω! Μου είπες εσύ ποιός είσαι, ή μου έδειξες την δική σου ταυτότητα και δεν το κατάλαβα;” “Αστυνομία!” Μου λέει με ύφος. “Δός’ μου την ταυτότητά σου ή σας πάμε όλους μέσα!” Εγώ επιμένω: “Πού ξέρω καλέ μου ότι είσαι της αστυνομίας; Φοράτε στολή; Έχετε κάποια ιδιαίτερη μυρουδιά;” Τα πράγματα εκτραχύνονται ταχύτατα και τότε κάποιος πιό σοβαρός από το πίσω κάθισμα κατεβάζει το παράθυρο και μου λέει: “Έλα νεαρέ δες την δική μου ταυτότητα, είμαι ο Διευθυντής της Ασφάλειας!” Πράγματι μου δείχνει την ταυτότητά του και τότε βγάζω και εγώ την δική μου, της σχολής, και του την δείχνω με την σειρά μου! “Είδες;” μου λέει. “Δεν ήταν ανάγκη να δημιουργηθεί επεισόδιο!” “Νομίζω” του απαντώ “ότι θα ήταν καλύτερα στο μέλλον να προσέχετε εσείς! Οι μέρες είναι πονηρές, φοράω στολή και ένα αυτοκίνητο με κλειστά τα φώτα με παίρνει από πίσω! Και όταν ρωτώ ποιοί είστε, ο οδηγός αρνείται να απαντήσει και αλλάζει κουβέντα! Τί θέλετε να υποθέσω;” “Καλώς” αντιτείνει, “νομίζω ότι πρέπει να το σταματήσουμε εδώ και να θεωρήσουμε το επεισόδιο λήξαν!” “Συμφωνώ” του απαντώ, “καληνύχτα σας!”. “Καληνύχτα!” μου λέει και εκείνος και φεύγουν με αναμμένα τα φώτα αυτή την φορά!
“Μπράβο τσαμπουκάς!” μου λένε οι φίλοι, “δεν φοβήθηκες μην μας μπουζουριάσουν και χαθούμε από το πρόσωπο της γης;” “Όχι θα τους άφηνα τους μπάτσους”, λέω και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι! Και η βραδιά συνεχίζεται χωρίς άλλα παρατράγουδα!
Την Δευτέρα το πρωί γύρω στις δέκα, έρχεται στην τάξη μας ο Σμηνίας Υπηρεσίας και με ειδοποιεί ότι με θέλει ο Μοίραρχος στο γραφείο του. Επειδή αυτό από μόνο του είναι παράξενο, το μυαλό μου πάει αμέσως στο επεισόδιο του Σαββάτου και μονολογώ “Ο π…… ! και είπε ότι το επεισόδιο έχει λήξει!” Πράγματι, πηγαίνω στο γραφείο του Μοιράρχου όπου βλέπω έναν άγνωστό μου Επισμηναγό (1). Ο Μοίραρχος μου λέει “Καλώς τον! Εγώ φεύγω και σας αφήνω να τα πείτε!” και φεύγει!! Ο Επισμηναγός ευγενέστατος, μου συστήνεται και μου λέει ότι είναι ο Διευθυντής της Ασφάλειας της Μονάδος.
Μπαίνει στο θέμα χωρίς περιστροφές και με ενημερώνει ότι τον πήρε τηλέφωνο ο Αστυνομικός Διευθυντής της Ασφάλειας Αττικής˙ ότι ήθελε να μου κάνει αναφορά και ότι τον σταμάτησε αυτός με τα χίλια ζόρια, πράγμα που μου φάνηκε τότε ότι ήταν μάλλον υπερβολή για να μου δείξει ότι είναι με το μέρος μου και να μην με τρομοκρατήσει! Εγώ αντιθέτως φαντάστηκα ότι ο αστυνομικός της Ασφάλειας ψάρευε μήπως εγώ είχα κάνει αναφορά (δηλαδή φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη, πονηρές οι μέρες όπως ξαναείπα) και το είπα στον Επισμηναγό, ο οποίος ένευσε, σαν να συμφωνούσε ότι και αυτό ήταν μια πιθανότητα. Αμέσως μετά, άρχισε να μου κάνει τις αναμενόμενες ερωτήσεις για το περιστατικό, δηλαδή τί έγινε, τί του είπες και διάφορα άλλα παρόμοια. Καθώς προχωρούσε η συζήτηση οι ερωτήσεις επεκτάθηκαν προς την μεριά των φίλων μου, δηλαδή ποιοί είναι, από πότε τους ξέρω, που τους γνώρισα, τί συζητάμε και άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια! Στο τέλος και εντελώς ξαφνικά μου πετάει μια ερώτηση πολύ περίεργη: “Ξέρεις ποιός είναι ο πατέρας του φίλου σου του Αντρέα;” “Ποιός, ο Μαστρο-Γιάννης; Ένας ήσυχος άνθρωπος, καλός πατέρας, που ίσως αγαπάει υπερβολικά τον γιό του, λίγο αυστηρός για να λέμε και του στραβού το δίκιο, αλλά τον έχει και μοναχοπαίδι, τί να κάνουμε! Καλός μάστορας και χωρατατζής!”. Κοίταξε μου λέει, δεν μπορώ να σου απαγορέψω να βλέπεις τον φίλο σου, αλλά απόφευγε να πηγαίνεις στο σπίτι του και φρόντιζε να συναντιόσαστε αλλού, μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα, γιατί η Ασφάλεια παρακολουθεί το σπίτι! Σηκώνεται από την καρέκλα. “Μην πεις για την συζήτησή μας σε κανένα” μου λέει “και μάθε ποιός είναι ο πατέρας του φίλου σου! Άντε χάρηκα για την γνωριμία και μην φοβάσαι, θα τα μπαλώσω!” Φεύγει ξαφνικά και με αφήνει κάγκελο να χαιρετώ στρατιωτικά τον αέρα!
Όπως ήταν φυσικό και να μην ήμουν περίεργος, η κουβέντα που έγινε με “ιντριγκάρησε”! Το πρώτο που έκανα λοιπόν, όταν ξαναβγήκα εξοδούχος, ήταν να τα πω μέσες – άκρες στον Αντρέα και να τον ρωτήσω ποιός τελικά ήταν ο πατέρας του! Έμεινε έκπληκτος! Μου ορκίστηκε ότι δεν ήξερε και αναγκαστήκαμε να πάμε να ρωτήσουμε τον ίδιο! Η ερώτηση στον Μαστρο-Γιάννη δεν μας πήγε πουθενά. Ο Μάστρο-Γιάννης μας απάντησε αόριστα ότι ήταν μέλος του ΚΚΕ και γι’ αυτό! Μα, αυτός δεν ήταν σοβαρός λόγος για να τον παρακολουθούν! Πολλούς ξέραμε ότι ήταν γραμμένοι στο ΚΚΕ, αλλά δεν υπήρχε αυτοκίνητο της Ασφάλειας και μάλιστα με τον Διευθυντή, στημένο έξω από την πόρτα τους! Αρχίσαμε να γυρίζουμε σε φίλους του γέρου και συγγενείς και μας έλεγαν ότι δεν ήξεραν τίποτα. Πήγαμε σε έναν ξάδερφό του, ράφτη, που τον ήξερε καλά και ‘κει “φάγαμε πόρτα”! “Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που δεν ξέρεις την ιστορία του πατέρα σου”! Είπε σε αυστηρό ύφος στον Αντρέα! “Να ψάξεις, να διαβάσεις”! Αδιέξοδο! Έπρεπε να ακολουθήσουμε άλλους δρόμους! Αρχίσαμε να ψάχνουμε σε εγκυκλοπαίδειες και αρχεία του ΚΚΕ και κάτι αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε!
<======================================>
Ο Μάστρο-Γιάννης μεγάλωσε σε μιαν εποχή αναβρασμού και ανακατατάξεων για όλον τον κόσμο, αλλά κυρίως για τα Βαλκάνια. Ήταν Κωνσταντινουπολίτης, όπως και η γυναίκα του η κυρά Τούλα. Γεννήθηκε το 1899 από εργατική οικογένεια και παράτησε μικρός το σχολείο για να δουλέψει. Δούλεψε μηχανοτεχνίτης και λιμενεργάτης στο λιμάνι και μπήκε νεαρός στον συνδικαλισμό. Έγινε μέλος της “Πανεργατικής” και εκεί γνώρισε τον Νίκο Ζαχαριάδη με τον οποίο έγιναν φίλοι από την αρχή. Θαυμαστής των επαναστατών της Ρωσίας, ταξίδεψε αρκετές φορές εκεί και εντάχθηκε στην “Σοσιαλιστική Διεθνή Πανεργατική Ένωση”, που τα μέλη της ήταν κυρίως Έλληνες. Το 1924 έγινε μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων και σπούδασε στο KUTV, το “Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο των Εργαζομένων της Ανατολής”.
Στην Ελλάδα ήρθε πρώτη φορά το 1927 και εντάχθηκε αμέσως στην Κομμουνιστική Οργάνωση Πειραιά. Μετά τρία χρόνια επέστρεψε στην Ρωσία από όπου γύρισε το 1931 παρέα με τον Ζαχαριάδη, ως μέλος της ηγεσίας του ΚΚΕ πια και μέλος του επταμελούς Πολιτικού Γραφείου της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Σύντροφος και φίλος του Ζαχαριάδη, θα παραμείνει από τους πιστότερους συνεργάτες του για πολλά χρόνια. Εξελέγη αρκετές φορές μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ και εκπρόσωπος του ΚΚΕ στην Κομμουνιστική Διεθνή.
Επί Δικτατορίας Μεταξά, πέρασε στην παρανομία, μέχρι την σύλληψή του το 1936. Τότε φυλακίστηκε στην περίφημη Ακτίνα Θ’ στις φυλακές της Κέρκυρας, μαζί με όλη σχεδόν την ηγεσία του τότε ΚΚΕ. Το 1939 στις φυλακές κυκλοφόρησε η φήμη ότι το “ελεύθερο”, φερ’ ειπείν, ΚΚΕ, είχε διαβρωθεί από πράκτορες του καθεστώτος και μάλιστα ακούγονταν και συγκεκριμένα ονόματα. Τότε, με εντολή του Ζαχαριάδη, ο Μάστρο-Γιάννης υπέγραψε ψευδή δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε με στόχο να ξεκαθαρίσει την υπόθεση.
Η κατάσταση όμως στο ΚΚΕ εκείνη την εποχή ήταν χαοτική, με δύο ανεξάρτητους πόλους ηγεσίας, την Προσωρινή Διοίκηση ΚΚΕ (ΠΔ) και την Παλιά Κεντρική Επιτροπή ΚΚΕ (ΠΚΕ) και με δύο Ριζοσπάστες να εκδίδονται! Όλοι κατηγορούσαν όλους τους άλλους για χαφιέδες, αν και το πιθανότερο είναι ότι η ΠΔ ήταν πράγματι όργανο του καθεστώτος, και ότι τα περισσότερα από τα μέλη ήταν πράκτορες της Ασφάλειας, αλλά τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Το “Παζλ” συμπληρώθηκε από την στενή παρακολούθηση του αποφυλακισμένου πια Μαστρο-Γιάννη από τις υπηρεσίες της εσωτερικής ασφαλείας, ο οποίος έτσι δύσκολα μπορούσε να παρακολουθήσει τι γινόταν στο κόμμα.
Ο Μάστρο-Γιάννης τελικά μπόρεσε κάποια στιγμή να διεισδύσει στην ΠΔ και έκτοτε τα πράγματα περιπλέκονται. Οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν τον Μάστρο-Γιάννη επίσης έμμισθο όργανο της ασφάλειας, ο οποίος χάνει την υπόληψη των παλαιών του συντρόφων και δεν θεωρείται πρόσωπο εμπιστοσύνης. Για τον λόγο αυτόν, αν και τα πράγματα ξεκαθάρισαν για το ΚΚΕ μετά την διάλυση της ΠΔ και της ΠΚΕ το 1941 και την ίδρυση της Νέας Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (ΝΚΕ), ο Μάστρο-Γιάννης εξακολούθησε να θεωρείται ύποπτος από τους συντρόφους του. Είναι εκείνη την εποχή που ξεκίνησε να εργάζεται σαν τορναδόρος στον Πειραιά και εντάχθηκε στο ΕΑΜ, αν και λόγω των φημών γύρω από το όνομά του δεν χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά στην αντίσταση.
Οι διάφοροι συγγραφείς του ΚΚΕ γράφουν γενικώς εναντίον του.
Ο Γρηγόρης Φαράκος τον περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα. Τον ονομάζει προδότη και χαφιέ, έμμισθο όργανο της δικτατορίας του Μεταξά. Τον κατηγορεί ότι είναι υπεύθυνος για τις δολοφονίες πολλών “συντρόφων” τόσο από τις δυνάμεις ασφαλείας όσο και από Εγγλέζους πράκτορες. Καταλήγει λέγοντας ότι δικάστηκε και καταδικάστηκε από λαϊκό δικαστήριο και ότι εκτελέστηκε δια τουφεκισμού το 1945.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης από την άλλη, αν και τον κατηγορεί και αυτός σαν έμμισθο πράκτορα των υπηρεσιών ασφαλείας του Μεταξά και υποστηρίζει ότι εξαπάτησε τον ίδιο και του “έριξε στάχτη στα μάτια” με το ζήτημα της ΠΔ, μας πληροφορεί ότι τον ανέκρινε το 1944 και βρήκε τις γραπτές εξηγήσεις του “προσωρινά επαρκείς”. Για τον λόγο αυτόν παρέπεμψε την υπόθεσή του για αργότερα, για να επανεξεταστεί δηλαδή μετά την απελευθέρωση και παρόντος του Ζαχαριάδη, ο οποίος όπως φαίνεται του είχε δώσει την εντολή να διερευνήσει το θέμα της ΠΔ. Τέλος μας πληροφορεί ότι ο Μαστρο-Γιάννης πέθανε στον Πειραιά το 1960.
Ορίστε; Για μισό λεπτό! Εκτελέστηκε δια τουφεκισμού το 1945; Πέθανε στον Πειραιά το 1960; Ήταν χαφιές της ασφάλειας; Και τότε ποιός ήταν ο Μαστρο-Γιάννης που γνωρίσαμε; Αυτός που παντρεύτηκε την κυρά Σταματούλα το 1946; Που απέκτησε γιό τον Αντρέα το 1947; Που εξακολουθούσε να δουλεύει στο ίδιο μηχανουργείο στον Πειραιά μέχρι εκείνες τις ημέρες του ‘67; Ο Μαστρο-Γιάννης που οι υπηρεσίες ασφαλείας δεν τον είχαν ξεχάσει και εξακολουθούσαν να τον παρακολουθούν; Μια περίεργη Ομερτά φαινόταν ότι κάλυπτε την ιστορία της περιόδου Μεταξά και αποπροσανατόλιζε από τα γεγονότα. Η αλήθεια είναι ότι η υπόθεση του Μάστρο-Γιάννη δεν επανεξετάστηκε ποτέ και μάλιστα με παρόντα τον Ζαχαριάδη και έτσι το ιστορικό της περιόδου καλύπτεται ακόμη από μύθους και εικασίες.
Για να λύσουμε αυτό το αδιέξοδο, επιστρέψαμε στον Μαστρο-Γιάννη! Ελάχιστα μπορέσαμε να πάρουμε από τα χείλη του και αυτά δεν έλυσαν το μυστήριο!
Όταν ο γιός του του διεμήνυσε ότι σκοπεύει να γραφτεί στο κόμμα, ο Μαστρο-Γιάννης έγινε έξω φρενών και του είπε επί λέξει: “Αν πατήσεις το πόδι σου εκεί μέσα, θα σου σπάσω και τους δυό αστραγάλους για να μην ξαναπερπατήσεις ποτέ πια!”. Το είπε με έναν τρόπο που μέχρι και εγώ πίστεψα ότι το εννοούσε! Όταν ο γιός του αντέδρασε, “Μα εσύ ακόμα πληρώνεις την συνδρομή σου, εμένα γιατί δεν με αφήνεις;”, η απάντηση ήταν εξ ίσου στεγνή: “ΕΓΩ, είμαι άλλο!”
Κάποια μέρα τον ξεμονάχιασα, πιστεύοντας ότι θα μου ανοιγόταν αν δεν ήταν μπροστά ο γιός του. Τον ρώτησα λοιπόν στα ίσια: “Ποιά είναι η αλήθεια για εκείνη την εποχή; Γιατί διέκοψε κάθε σχέση με το κόμμα; Γιατί εξακολουθούσε να πληρώνει την συνδρομή του (και μάλιστα με έναν περίεργο τρόπο˙ τους πήγαινε τα χρήματα στην πόρτα του κήπου και τους απαγόρευε να περάσουν μέσα!);”. Η απάντησή του με άφησε άναυδο! “Γιατί όλοι αυτοί εκεί μέσα παιδί μου, για δυό λίρες και δέκα ρούβλια προδίδουν την πατρίδα τους˙ την ίδια τη μάνα που τους γέννησε είναι ικανοί να σκοτώσουν! Και μην με ξαναρωτήσεις! Ότι έγινε, έγινε! Δεν μου αρέσει να συζητώ για κακοφορμισμένα πτώματα!” Μια πίκρα ανάβλυζε από το πρόσωπό του.
Οι απαντήσεις του αντί να με διαφωτίσουν, έφεραν και άλλες απορίες! Γιατί άντε, πες ότι τις δυό λίρες τις κατάλαβα! Τα δέκα ρούβλια, τί νόημα είχαν; Ποιό ήταν το “κακοφορμισμένο πτώμα”; Εννοούσε το ΚΚΕ;
Όποιες και νάταν οι απαντήσεις, ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Ούτε τουφεκίστηκε το 1945, ούτε πέθανε το 1960! Πέθανε καθώς ξημέρωνε η δεκαετία του ‘80, ήσυχα στο κρεβάτι του, στο πατρικό της γυναίκας του στην Ηλιούπολη! Κι’ εγώ δεν ήμουν παρών στην κηδεία, γιατί ήμουν με αποστολή της ΠΑ εκτός συνόρων! Κάτω στην αποχέτευση λοιπόν πάνε όλες αυτές οι πληροφορίες, μαζί με την αξιοπιστία των αρχείων του ΚΚΕ!
Αλλά τελικά, ποιός ήταν ο Μάστρο-Γιάννης, ο “ψηλέας”; Ένθερμος επαναστάτης, συνδικαλιστής, εχθρός της Τουρκίας, ιδρυτικό στέλεχος του ΚΚΕ, κολλητός του Ζαχαριάδη, μέλος της Διεθνούς, καθοδηγητής του ΚΚΕ, παράνομος επί Μεταξά, έγκλειστος στις φυλακές, μετανοημένος και δηλωσίας, έμμισθος χαφιές, καταδότης συντρόφων, εθνικός κίνδυνος, καλός σύζυγος και πατέρας, έμπειρος τορναδόρος; και ποιά η στάση του στην Διεθνή όσον αφορά το Μακεδονικό, που με τη θέση και τις ενέργειες της ηγεσίας του ΚΚΕ φαίνεται να μην συμφωνούσε;
<======================================>
Χορεύει ο Shiva, ο Καταστροφέας και Δημιουργός, κραδαίνοντας την τρίαινά του˙ και σε κάθε του στροφή, εκατομμύρια κόσμοι καταστρέφονται και γεννιούνται από την αρχή πάνω στο ρούχο του˙ και κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη και ενθουσιάζεται, ο Νάρκισσος˙ και όλο και πιό γρήγορα στριφογυρίζει, μέχρι που από λάθος, με την τρίαινα σπάζει τον καθρέφτη! Εκατομμύρια ψιλά γυαλάκια εκτοξεύονται στον αιθέρα και καθώς πέφτουν στριφογυρίζοντας, όλο και κάποια άλλη διαφορετική όψη του Shiva δείχνουν, πρόσκαιρα, μέχρι που χάνονται.
Σαν τα γυαλάκια του σπασμένου καθρέφτη είμαστε κι’ εμείς. Ερχόμαστε απ’ το χάος και πέφτουμε στραφταλίζοντας προς το πουθενά. Κι’ όπως στριφογυρίζουμε, όλο και μια διαφορετική όψη αντιφεγγίζουμε στον κόσμο.
Ποιός να ήταν πράγματι και ο Μάστρο-Γιάννης; δεκάδες κομματάκια της ιστορίας του βρήκα, κομματάκια που μοιάζουν να μην ταιριάζουν μεταξύ τους. Το μυστικό του το πήρε μαζί του φεύγοντας. Και που να ξέρω εγώ; εδώ ούτε για τον εαυτό μου δεν είμαι σίγουρος!
Δημήτριος Κατελούζος
Νοέμβριος 2021
- Στα μέσα Ιανουαρίου 2025, μου ήρθε μια «φλασιά»! Εκείνος ο Επισμηναγός πρέπει να ήταν ο Χρήστος ο Καραδήμος, γιατί ταίριαζαν οι ημερομηνίες! Το συζήτησα μαζί του στις 19 του ίδιου μήνα, αλλά δεν θυμόταν το επεισόδιο, πράγμα που βρήκα φυσικό. Η όλη υπόθεση ήταν πολύ σημαντική για μένα, για εκείνον ήταν μάλλον μία ακόμη από τις υποθέσεις που πέρασαν από το γραφείο του εκείνη την εποχή! ↩︎