Του Άι Γιαννιού σήμερα και θυμήθηκα τον πατέρα μου, τον μαστρο-Γιάννη, (Θεός ’χωρέστον)! Από τότε που τον θυμάμαι, ένα πράγμα μου είχε κάνει εντύπωση : Ξεχνούσε ονόματα! Και δεν είναι πως ξεχνούσε τα ονόματα ανθρώπων που είχε χρόνια να δει, όχι! Ξεχνούσε και τα ονόματα γνωστών του!
Βέβαια, ο χριστιανός παντρεύτηκε μεγάλος στην ηλικία. Πέρασε παράξενες και δύσκολες εποχές και γεγονότα που αν τα άκουγαν οι νεώτεροι ίσως και να μην τα πίστευαν! Πολέμησε στο μέτωπο της Μακεδονίας δεκαεξάχρονος εθελοντής κατά τον Πρώτο Μεγάλο πόλεμο· μετά ακολούθησε τον στρατό μας στην εκστρατεία στην Μικρά Ασία και εκεί πέρα, ξεπέρασε το Εσκί-Σεχίρ και προχώρησε προς τον Σαγγάριο· έσπευσε με την Μονάδα του για να υποστηρίξει την αποφασιστική μάχη και πρόλαβε να φτάσει εκεί στο παραπέντε, ίσα-ίσα για να δει το μέτωπο “να σπάει”. Γύρισε κακήν-κακώς στην Ελλάδα, ο Θεός ξέρει πώς! Μετά ο Δεύτερος Πόλεμος, τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα… Πού καιρός για παντρειές!
Παντρεύτηκε λοιπόν μεγάλος, και μ’ αυτά που πέρασε, τα μαλλιά του είχαν ήδη γκριζάρει! Μέχρι να φτάσω σε ηλικία για το σχολείο, είχε ασπρίσει εντελώς· μόνο το μουστάκι του είχε μείνει γκρίζο! Καταλήξαμε, τις σπάνιες φορές που ερχόταν στο σχολείο στην “σχόλαση” για να με πάρει, να μου φωνάζουν οι συμμαθητές μου : “Κατελούζος! ήρθε ο παππούς σου!” κι εγώ να γίνομαι “Τούρκος” και να τους βρίζω! Μα, καλά, δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως ήταν ο πατέρας μου! Για όνομα του Θεού, πιά!
Αγαπημένη ασχολία του μαστρο-Γιάννη, όταν είχε σχόλη και μπορούσε, να πηγαίνει στην “Λαϊκή” για ψώνια. Καλοσυνάτος και κοινωνικός, ήξερε τους πάντες στην “Γούβα”, συνοικία ανάμεσα στο Παγκράτι, το Ά Νεκροταφείο και τον Άγιο Γιάννη, που μετά μετονομάστηκε σε Συνοικία Αγίου Αρτεμίου. Τους ήξερε λοιπόν όλους στην “Γούβα” και τον ήξεραν κι αυτοί, αλλά με τα ονόματα, δεν το είχε!
Έτσι, μια μέρα, γυρίζοντας από την λαϊκή με τα ψώνια, λέει στη μάνα μου: “Βρε Ελένη! Ποιάν είδα σήμερα! Εκείνην την ……….. την πώς την λένε, την αδερφή της τέτοιας, ………. την ξαδέρφη του αυτουνού, ………. που τον είχαμε δει στον Πειραιά τη μέρα που πήγαμε στον ………. στον αυτόν, ………. που έχει το τσαγκαράδικο στον, στον, στον……………….” Η μάνα μου τον κοιτάει περίεργα, με ένα ύφος μισοειρωνικό, μισοθυμωμένο, περιμένοντας να τελειώσει και δεν λέει τίποτα! Τότε κι εκείνος, φανερά ενοχλημένος, με τον εαυτό του μάλλον, της λέει με φωνή απελπισμένη : “Τώρα, εσύ έχεις καταλάβει ποιάν εννοώ και μου κάνεις την ανήξερη!!!!” και όλοι ξεραθήκαμε στα γέλια!
Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ακόμη θυμάμαι αυτό το επεισόδιο κάθε φορά που ξεχνάω ένα όνομα (Δηλαδή, αυτόν τον καιρό, σχεδόν κάθε μέρα)! Δικαιολογούμαι πως τάχα ήμουν αφηρημένος, πως τούτον εδώ έχω καιρό να τον ‘δώ, πως έχει αλλάξει η όψη του με τα χρόνια, πως έχει αφήσει μούσι, πως είναι το DNA μου και άλλα τέτοια περίεργα, αντί να παραδεχτώ πως, διάολε (!), γέρασα πιά και δεν θυμάμαι!… και μούρχεται στο μυαλό η ατάκα ενός άλλου γέροντα, του συχωρεμένου του πεθερού μου, του Αντρέα του Περίδη, που σε κάτι δύσκολες περιστάσεις, όταν καμμιά φορά ένοιωθε ανήμπορος, γερασμένος, συνήθιζε να λέει, κοιτώντας προς τον ουρανό : “Καταραμένη ‘βλογιά!”. Είναι εκείνη η φράση που, κατά πως λένε, ξεστόμισε ο Κατσαντώνης όταν τον έπιασε ο Βαστάρης ο Άγος, στ’ Άγραφα, κατ’ εντολή του Αλή Πασά, κι αυτός, ανήμπορος απ’ την αρρώστια δεν μπορούσε να τρέξει να ξεφύγει!
Γι αυτό και σείς, όταν βλέπετε να καθυστερώ να πω το όνομά σας, άμα ξεχνάω την γιορτή σας, μην απορείτε, μην παραξενεύεστε, μην παρεξηγήστε! Μόνο να μου λέτε το όνομά σας, ξέρετε, με τρόπο. και να μην με αφήνετε να ταλαιπωρούμαι, γιατί, είπαμε, είναι αυτή η καταραμένη η βλογιά!
Δημήτριος Κατελούζος
7 Ιανουαρίου 2025