Ο πρόσφατος καυγάς για το ποιός θα σηκώσει την σημαία μας στην έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2024 στην Γαλλία, καλά κράτησε και είδαμε πολλές ανατροπές, μέχρις ότου η μπίλια να “κάτσει” στον Γιάννη και στην Αντιγόνη ΜΑΣ! Αλλά και μετά, “διαμαρτυρίες” ακούστηκαν, κυρίως για τον Γιάννη, πως είναι μαύρος, πως είναι Νιγηριανός και όχι Έλληνας, πως είναι Αμερικάνος, πως είναι πλούσιος! Η γκρίνια μου θύμισε μιαν ιστορία από τον μυθολογικό κύκλο της Αίγινας, που κάποιοι δεν θα την ξέρουν και κάποιοι άλλοι δεν θα την θυμούνται ή θα καμώνονται πως δεν την θυμούνται! Και ήταν ο Πλούταρχος που μας περιέγραψε το μεγαλύτερο μέρος της στην “Συναγωγή Ιστοριών παραλλήλων Ελληνικών και Ρωμαϊκών”, αλλά και ο Οβίδιος, στις “Μεταμορφώσεις” του.
Είναι μια ιστορία παλιά, πολύ παλιά, από εκείνη τη μακρινή εποχή που οι Θεοί μπορούσαν ακόμη και κατέβαιναν στη Γή και ανακατεύονταν με τους θνητούς και τις νύμφες.
Κάποια από ‘κείνες τις μέρες, λοιπόν, ο Δίας ο μουρντάρης, ορέχτηκε μιαν από τις θυγατέρες του Ασωπού, την Αίγινα, και αφού την έκλεψε, πήγε και την εγκατέστησε στο νησί Οινώπη. Ο πατέρας της δεν κάθισε αργός, θύμωσε και φούσκωσε και πήρε τον δρόμο να την βρει. Εκεί στην Κόρινθο βρήκε τον βασιλιά Σίσυφο, και αυτός, που κάτι φαίνεται πως είχε πάρει τ’ αυτί του, κάρφωσε τον Δία και είπε στον Ασωπό που έχει καταλύσει το ζεύγος. Ο Ασωπός, έβγαλε το χρέος του αργότερα, κάνοντας δώρο στον Σίσυφο την πηγή Πειρήνη, πάνω στη κατάξερη Ακροκόρινθο κατά πως μας λέει, χρόνια μετά, ο Παυσανίας.
Ακούγοντας την είδηση, κίνησε ο Ασωπός, μια και δυό, προς την Οινώπη, εκεί απέναντι, για να ζητήσει τον λόγο από τον μπαγαπόντη τον Δία! Αλλά εκείνος, ίσως και για να δικαιολογήσει κάποια από τα προσωνύμιά του (Νεφεληγερέτης, Κελαινεφής, Εριβρεμέτης,, Υψιβρεμέτης, Ερίγδουπος, Αργικέραυνος, Τερπικέραυνος), μαύρισε τον ουρανό, φύσηξε, έβρεξε και βρόντηξε, κι έριξε μια μπαταριά και ο κακομοίρης ο Ασωπός έβαλε την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, κατάπιε την ατίμωση και γύρισε κακήν κακώς πίσω στην κοίτη του! Μάλιστα μας λέει ο Απολλόδωρος, πως και στην κλασσική εποχή, στις όχθες του ποταμού, υπήρχαν ακόμη κάρβουνα από εκείνο τον κεραυνό, και πήγαιναν από τις γύρω περιοχές και τα μάζευαν το χειμώνα οι χωρικοί για να ζεσταθούν.
Σ’ εκείνο το νησί λοιπόν, την Οινώπη, έσμιξε ο Δίας με την Αίγινα και από τον έρωτά τους γεννήθηκε ο Αιακός, μετέπειτα βασιλιάς του νησιού, που για να τιμήσει τη μάνα του έδωσε το όνομά της στο νησί, που από τότε μέχρι σήμερα όλοι το ξέρουν μ’ αυτό το όνομα : Αίγινα!
Βέβαια, όταν ο Δίας βαρέθηκε την Αίγινα και σήκωσε πανιά γι’ άλλες θάλασσες κι άλλες στεριές, η Αίγινα έφυγε κι αυτή και τράβηξε πιό βόρεια, στη Θεσσαλία, όπου παντρεύτηκε τον Άκτορα, που μ’ αυτόν έκανε τον Μενοίτιο, τον πατέρα του γνωστού μας Πατρόκλου. (Όσοι ενδιαφέρεσθε για τα γενεαλογικά, κρατήστε στο μυαλό σας αυτή την λεπτομέρεια, θα την συνδυάσετε ίσως, με κάποιες άλλες συγγένειες αργότερα!)
Ο Αιακός λοιπόν έμεινε βασιλιάς στην Αίγινα και με τα χρόνια απέκτησε το όνομα του ευσεβούς, σοφού και δίκαιου ανθρώπου. Τόση ήταν η φήμη του, ώστε ακόμα και οι Ολύμπιοι του ζήτησαν πολλές φορές να λύσει τις διαφορές τους. Όταν μάλιστα κάποια μέρα ο Αιακός πέθανε, ο πατέρας του ο Δίας του έδωσε τα κλειδιά του Άδη και όλοι οι Θεοί συμφώνησαν να οριστεί κριτής των ψυχών όλων αυτών που ζούσαν στην Ευρώπη. Ας θυμηθούμε εδώ, πως ο αδελφός του ο Ραδάμανθυς, από μητέρα Ασιάτισσα, ανέλαβε να κρίνει τις ψυχές εκείνων που ζούσαν στην Ασία.
Βέβαια ο άνθρωπος, όντας στην Αίγινα, πέρασε από κάμποσες περιπέτειες! Ήταν πρώτα – πρώτα, τα καμώματα της ζηλιάρας της Ήρας, που όταν κατάλαβε την απιστία του συζύγου της, έριξε βαρύ θανατικό στο νησί της Αίγινας, λες και της έφταιγε το νησί, που απ’ το θανατικό αυτό πέθαναν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι και τα ζώα, αφήνοντας τον Αιακό μόνο του, σαν καλαμιά στον κάμπο!
Για να μην τα πολυλογούμε, ο Αιακός, σε μαύρη απελπισία, παρακαλούσε τον πατέρα του να τον απαλλάξει από αυτήν τη ζωή, όταν παρατήρησε ότι χιλιάδες μυρμήγκια ανεβοκατέβαιναν στην ιερή βελανιδιά. Αμέσως τότε του μπήκε μια ιδέα και άλλαξε την προσευχή του προς τον Δία : «Ω, πονόψυχε πατέρα, όσα είναι τα μυρμήγκια στο δέντρο σου, την ιερή δρυ, τόσοι να ξεφυτρώσουν φιλόπονοι άντρες και γυναίκες, και ν’ αντηχήσει το νησί από γέλια πάλι”. Ο Δίας εισάκουσε την προσευχή και η Αίγινα γέμισε ανθρώπους. Ήταν τα μυρμήγκια, που ο Δίας, μεταμόρφωσε σε ανθρώπους, εκπληρώνοντας την επιθυμία του γιου του. Οι νέοι κάτοικοι, μια και κάποτε ήταν μυρμήγκια, ονομάστηκαν Μυρμιδόνες κι απ’ αυτούς βγήκαν οι ανίκητοι πολεμιστές που ο Αχιλλέας πήρε μαζί του στην Τροία.

Σχήμα : Η δημιουργία των Μυρμιδόνων, γκραβούρα του Βιργίλιου Σόλις για τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου Βιβλίο VII, 622–642 Virgil Solis, Public domain, via Wikimedia Commons
Μετά απ’ όλα αυτά τα προκαταρκτικά, φτάνουμε τώρα πλέον, στο πιό κρίσιμο σημείο της ιστορίας μας. Ο Αιακός, όντας πια βασιλιάς των Μυρμιδόνων, παντρεύτηκε αρχικά την Ενδηίδα, κόρη του βασιλιά των Μεγάρων Σκίρωνα και απέκτησε μ’ αυτήν δύο γιους: τον Πηλέα (πατέρα του Αχιλλέα) και τον Τελαμώνα (πατέρα του Αίαντα). Αργότερα όμως, ο Αιακός χώρισε την Ενδηίδα (και κανείς δεν ξέρει το γιατί) και παντρεύτηκε μια νύμφη, την Νηρηίδα Ψαμάθη, αδερφή της Θέτιδας, η οποία στην αρχή τον απέφευγε και μεταμορφωνόταν σε φώκια προσπαθώντας να του κρυφτεί και που ο Αιακός για μέρες κυνηγούσε στις ακρογιαλιές του νησιού. Από την περιπέτεια αυτήν, ο Αιακός απέκτησε ένα γιο που τον έβγαλαν Φώκο. Ο Φώκος ονομάστηκε έτσι γιατί το δέρμα του ήταν μαύρο σαν τη νύχτα και γυαλιστερό σαν τα βότσαλα της θάλασσας! Ήταν πανύψηλος και παιδαράς, πρώτος στον αθλητισμό, στο κολύμπι και τις πολεμικές τέχνες, καμάρι του πατέρα του! (Δεν μπορεί! Κάτι θα σας θυμίζει αυτό!)
Αυτή η προτίμηση του πατέρα τους για τον Φώκο, προκάλεσε τη ζήλια των ετεροθαλών αδελφών του, Πηλέα και Τελαμώνα, οι οποίοι συνωμότησαν εναντίον του και τον σκότωσαν, κρύβοντας το σώμα του στο δάσος. Οι λεπτομέρειες είναι θολές, αφού πέρασαν από τότε και τόσα χρόνια και τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν, με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει τι ακριβώς συνέβη. Γεγονός είναι ότι ο Πηλέας και ο Τελαμώνας προσκάλεσαν τον Φώκο για να αναμετρηθούν στο πένταθλο κι εκεί λένε πως ο Πηλέας του κατάφερε στο κεφάλι την πέτρα που χρησιμοποιούσαν για την λιθοβολία. Άλλοι πάλι λένε ότι ήταν ο Τελαμώνας που τούριξε ένα σιδερένιο κρίκο στο κεφάλι του ή πως τον χτύπησε μ’ ένα ακόντιο του κυνηγιού! Ακόμα άλλοι λένε ότι δεν ήταν από ζήλια ακριβώς, μόνο που ο Πηλέας το έκανε για το χατήρι της μάνας του. Ψάξε βρες! Όπως κι αν έγινε, τον αποτέλειωσαν κι οι δυό μαζί και τον έκρυψαν καλά μέσα στο δάσος.
Όμως ο Αιακός δεν άργησε να το καταλάβει, έβαλε και έψαξαν και βρήκαν το σώμα του Φώκου προτού το καταστρέψουν τα αγρίμια. Τότε κατάλαβε ότι ο θάνατος είχε προέλθει από φόνο και εξόρισε τους δυό του γιούς από την Αίγινα.
Από τους δυό τους ο Πηλέας έφυγε αμέσως κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Είχε πολλές περιπέτειες στην Φθία και στην Ιωλκό και κατέληξε να παντρευτεί την Νηρηίδα Θέτιδα, θειά του εξ αγχιστείας δηλαδή, και να κάνει μαζί της τον Αχιλλέα. Ο ίδιος έδωσε και το όνομά του στο όρος Πήλιο, όπου τον άφησε κοιμισμένο μια νύχτα ο Άκαστος, βασιλιάς της Ιωλκού για να τον ξεκάνουν οι Κένταυροι, που λένε πως ήταν άγριοι και πως πιά δεν υπάρχουν! Όμως έχω ακούσει από Βολιώτη φίλο, ότι αν είσαι αλαφροϊσκιωτος και αποκοιμηθείς βράδυ ανοιξιάτικο κάτω από βελανιδιά στο μυρωδάτο εκείνο το βουνό, μπορεί να ακούσεις τα πέταλα των Κενταύρων να τριγυρνούν αμέριμνοι κάτω στη ρεματιά.
Ο άλλος αδελφός, ο Τελαμώνας, προσπάθησε να μαλακώσει τον πατέρα του και γύρισε στην Αίγινα με το καράβι του, αλλά ο Αιακός, που να ακούσει. Ο Τελαμώνας μια και δεν του επιτρεπόταν να πατήσει στην Αίγινα, έφερε χώμα και έφτιαξε μια ξέρα έξω από το λιμάνι που λεγόταν Κρυπτό. Ανέβηκε λοιπόν στην ξέρα και από ‘κει προσπάθησε να πείσει τον πατέρα του ότι ο θάνατος του Φώκου ήταν ατύχημα. Ο Αιακός δεν πείσθηκε και έτσι ο Τελαμώνας έφυγε οριστικά και κατέληξε στην Σαλαμίνα. Εκεί άφησε κι έναν του γιό, τον γνωστό από την Ιλιάδα Αίαντα.
Ο Φώκος ευτυχώς, πρόλαβε ν’ αφήσει κι αυτός απογόνους τον Πανοπέα και τον Κρίσο. Αυτοί κατέληξαν με την σειρά τους στην Φωκίδα και έδωσαν το όνομα του πατέρα τους στην περιοχή.
Μ’ αυτά και με τ’ άλλα η γενιά του Αιακού εξαφανίστηκε από την Αίγινα, αλλά “μπόλιασε” πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδος και έβγαλε ήρωες ξακουστούς, που πολέμησαν στον Τρωϊκό Πόλεμο και αλλού.
Ο Αιακός θεωρείτο στην παλιά Ελλάδα μεγάλη μορφή και σε πολλά μέρη τον τιμούσαν και έκαναν γιορτές γι αυτόν κάθε χρόνο, τα Αιάκεια! Πολλοί μάλιστα επώνυμοι Αθηναίοι υπερηφανεύονταν ότι ήταν απόγονοί του! Κάποιοι από αυτούς, που τους λέγαν και Αιακίδες, ήταν για παράδειγμα ο Μιλτιάδης, ο Κίμων, ο Θουκιδίδης και ο Αλκιβιάδης.
Τώρα θα μου πείτε, υπάρχει ηθικόν δίδαγμα στην ιστορία αυτή; Νομίζω πως ναι! Και μάλιστα μπορώ να βρω τρία διδάγματα!
- 1. Οι μαύροι δεν ήταν άγνωστοι στους Αρχαίους Έλληνες, αποτελούσαν μάλιστα και μέρος της μυθολογίας τους!
- 2. Καλύτερα να μην σκοτώσεις τον μαύρο, έστω και με τα λόγια, γιατί μπορεί να είναι αδελφός σου εξ αγχιστείας και να μην το ξέρεις!
- 3. Τέλος, πρόσεξε να μην σκοτώσεις τον αδελφό σου, ακόμη κι αν είναι εξ αγχιστείας, γιατί η γενιά σου μπορεί να σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους!
Διά την αντιγραφή και το χτένισμα :
Δημήτριος Κατελούζος
Ιούλιος 2024
Μπορείτε να διαβάσετε και κάτι παραπάνω εδώ :