Εφτά Χιλιάδες Χρόνια Πριν!

Στη Βαβυλώνα ήτανε, θαρρώ, που σε πρωτόδα,

τη μέρα που ο Χαμουραμπής στέφθηκε βασιληάς…

σκυμμένη ήσουν και μιλούσες στον Ευφράτη.

Μ’ αισθάνθηκες, δεν μ’ άκουσες που ήρθα.

Εσήκωσες το βλέμμα και με κοίταξες˙ ξαφνιάστηκα.

Μάγισσα ήσουνα λοιπόν, πούκλεψες με τα μάτια σου το χρώμα του νερού;

σε μιά στιγμή το κράτησες δικό σου

και το ποτάμι άφησες γυμνό

να δείχνει ντροπιασμένο

το λασπωμένο του νερό.

«Είσθ’ Έλληνας;» με ρώτησες, και σε θυμήθηκα˙

το βλέμμα αυτό το παιδικό το είχα ξαναδεί.

Η κόρη εσύ δεν ήσουνα, του Άτλαντα που πνίγηκε στο τέταρτο νησί;

εκείνου που αψήφησε του Ήλιου την οργή

κι’ ο Απόλλωνας τον γκρέμισε στα Τάρταρα;

(Εφτά χιλιάδες χρόνια πριν!)

Η σκλάβα εσύ δεν ήσουνα που Φοίνικες πουλήσανε στο Βασιληά της Κίνας,

τη νύχτα που γεννήθηκε

ο Πολικός Αστέρας;

Στης Κύπρου το νησί ιέρεια, δυό οβολούς σ’ ακούμπησα στα γόνατα˙

και μας τραγούδησ’ η Σαπφώ,

στη Μυτιλήνη …………

………………………..

Στου Μισσισσίπη το νερό πηδούν οι σολομοί

κι’ οι Ινδιάνοι που ψαρεύουνε στην όχθη,

σωπαίνουν κι’ αφουγκράζονται˙ ακούνε τον καιρό…

Του Χαρικέην την οργή, φοβούνται.

Κι’ αν τους ρωτήσεις θα σου πουν:

«Εκείνης είν’ ο στεναγμός˙ – τα δάκρυα˙

αυτής π’ άρπαξε ο δαίμονας με τ’ ασημιά φτερά˙

την πήρε και την έκρυψε μέσα στο μαύρο σύννεφο …»

……………………………………..

Πάνε, χιλιάδες χρόνια τώρα.

Δημήτρης Κατελούζος

Μάϊος του 1980

Σχολιάστε