Ο Απρίλιος του 1967 μας βρήκε Δευτεροετείς στην Σχολή Ικάρων. Ξημερώματα της 21ης, τέσσερις η ώρα το πρωί, χτυπά συναγερμός. Σηκωνόμαστε αγουροξυπνημένοι! Κανείς δεν περίμενε άσκηση εκείνη την ημέρα και τρέχουμε να ετοιμαστούμε νευριασμένοι και ράθυμοι. Η έκπληξη μας μεγάλη καθώς ακούμε κάποιον να φωνάζει ότι δεν είναι άσκηση αλλά κανονικός συναγερμός. Αυτό μας βάζει φωτιά. Τρέχουμε στα χαρακώματα του βόρειου μέρους με περισφύρια, κράνη, όπλα και σφαίρες. Πιστεύουμε πως κάτι συνέβη με τους Τούρκους.
Ο Σμηναγός Χρονέας και ο Υποσμηναγός Κολατάκος, ελαφρύ νάναι το χώμα που τους σκεπάζει, περνούν να μας επιθεωρήσουν. Τους ρωτάμε όλο αγωνία τί γίνεται. Μας απαντούν αόριστα ότι δεν ξέρουν. Άκουσαν, ότι έγινε επανάσταση από το ΚΚΕ, αλλά τους φαινόταν τραβηγμένο. Εν πάσει περιπτώσει, οι διαταγές, μας ενημερώνουν, είναι να χτυπήσουμε ότι κινηθεί μπροστά σας, ακόμη κι’ αν γνωρίζει το σύνθημα της ημέρας!
Παγωμάρα! Ο συμμαθητής μου από δίπλα ανάβει τσιγάρο και ξαπλώνει πίσω. Αρχίζει την αμπελοφιλοσοφία:
“Δηλαδή ρε Τζίμυ”, με ρωτάει ρητορικά, “αυτοί που θα έρθουν μπροστά μας θα είναι Έλληνες; Θα χύσουμε αίμα ελληνικό;”
“Άσε μας βρε μάστορα!” του απαντώ. “Αν κάποιος φανεί εδώ μπροστά πρώτα θα τον βαρέσω και μετά θα του ζητήσω ταυτότητα! Και σε συμβουλεύω να κάνεις το ίδιο! Και σβήσε το ρημάδι το τσιγάρο γιατί κάτι έχει πάρει τ’ αυτί μου για τ’ αναμμένα τσιγάρα στα χαρακώματα!”
“Σαν να έχεις δίκιο μου απαντά”. Σβήνει το τσιγάρο στα γρήγορα και γυρίζει στην θέση του. Βυθισμένοι στις σκέψεις μας, απομένουμε με γουρλωμένα τα μάτια μήπως και δούμε καμμιά κίνηση στους απέναντι θάμνους, μέχρι που ο ήλιος ανέβηκε αρκετά πάνω από τον ορίζοντα.
Αργότερα ακούμε από φήμες ότι την επανάσταση την έκανε ο Στρατός! Ότι έγιναν μάχες στην Τανάγρα μεταξύ Στρατού και Αεροπορίας! Απομονωμένοι στο Τατόι, αδύνατο να καταλάβεις τί είναι αλήθεια και τί Ράδιο Αρβύλα. Τα πραγματικά περιστατικά θα τα μάθουμε αργότερα.
Περνούν πολλές μέρες και έχω μια παράξενη αίσθηση σαν από στάχτη στο στόμα.
<————————————————————————->
Ο φίλος μου ο Τάκης, Θεός σχωρέστον, δούλευε εκείνη την περίοδο σχεδιαστής στην ΙΖΟΛΑ. Σηκωνόταν το πρωί και έτρεχε να προλάβει ένα λεωφορείο που περνούσε από την Φιλολάου στον Άγιο Αρτέμιο, στις έξη. Έτσι και τον έβρισκες εκείνη την ώρα στο δρόμο καλύτερα να μην τον καλημέριζες. Στην καλύτερη περίπτωση θα εισέπραττες ένα απροσδιόριστο μουγκρητό, στην χειρότερη μια “Χριστοπαναγία”! Το μάτι του άνοιγε στο γραφείο μετά από μια κούπα φραπέ. Κάθε πρωϊ στο σπίτι του η ίδια σκηνή, πάλι και πάλι! Όσο ντυνόταν, η μάννα του η κυρία Μαρίνα, γλυκιά γυναίκα, του ετοίμαζε ένα σάντουιτς για να το πάρει μαζί του. Ο Τάκης την έλουζε με ότι κοσμητικό του βρισκόταν και την άφηνε σύξυλη με το σάντουιτς στο χέρι!
Εκείνη την ημέρα, 21 Απριλίου, σηκώνεται αργοπορημένος ως συνήθως, ετοιμάζεται στα γρήγορα και τρέχει στο δρόμο κρατώντας την τσάντα του με το ένα χέρι και προσπαθώντας με ακροβατικά να φορέσει το σακάκι του τρέχοντας στον δρόμο! Η κυρία Μαρίνα κάτι του φωνάζει από μέσα από το σπίτι, εκείνος της απαντάει “Φάτο εσύ!”. Εκείνη επιμένει και τρέχει από πίσω του φωνάζοντας κάτι για επανάσταση! ‘Άει παράτα με!”, ο Τάκης! Τρέχοντας με το ένα μανίκι να αιωρείται γυρίζει την γωνία του δρόμου και πέφτει επάνω σε δύο αστυφύλακες που κάνουν περίπολο! “Που πάτε έτσι βιαστικός κύριε;” τον ρωτάει ο ένας! “Στη .. στη δουλειά μου!” απαντά ο Τάκης! “Μα δεν ακούσατε το ραδιόφωνο;” επιμένει ο αστυφύλακας. Εκείνη την στιγμή η κυρία Μαρίνα στρίβει το στενό και παραλίγο να λιποθυμήσει! Βλέπει τον γιό της με δυό αστυφύλακες και νομίζει ότι τον έχουν συλλάβει. “Όχι, όχι” φωνάζει στους αστυφύλακες “το παιδί δεν ξέρει τίποτα!”. Ο ένας αστυφύλακας καταλαβαίνει και του λέει γελώντας: “Μα καλά ραδιόφωνο δεν ακούς! Τουλάχιστον δεν ακούς την μάνα σου; Άμε στο σπίτι σου και φάε το αβγό σου!»”
Γυρίζουν στο σπίτι. Η κυρία Μαρίνα ανακουφισμένη.
Πιστεύω εκείνη την ημέρα ο φίλος μου ο Τάκης θα έφαγε μέχρι και πέντε σάντουιτς! Αναγκαστικά!
Δημήτρης Κατελούζος
21η Απριλίου, Κάποιας Χρονιάς.