
Ξαπόστασε στο παγκάκι και γύρισε να κοιτάξει τη θάλασσα. Κάθισε στην άκρη, με προσοχή. H σανίδα ήταν φαγωμένη από τη διάβρωση και κινδύνευε να σπάσει. Αλήθεια, πως και δεν το ‘χε προσέξει τόσες μέρες τώρα;
Είχε άσχημη διάθεση. Δεν ήταν μόνο πως τέλειωναν οι διακοπές˙ ήταν κι’ αυτός ο καταραμένος καιρός. Φύσαγε όλη τη μέρα σήμερα και γέμιζε με άμμο τα μάτια. Δεν ήταν μελτέμι, πια˙ ήταν καθαρός βοριάς˙ κατέβαινε σχεδόν παράλληλα με την παραλία και στροβίλιζε τα σκουπίδια μ’ έναν τρόπο εκνευριστικό. Σ’ έκανε να νοιώθεις τη βρωμιά να σέρνεται στο σώμα σου.
Μια σκισμένη ομπρέλα πέρασε από μπροστά και σταμάτησε απότομα στον ξερό κορμό που κειτόταν μισοθαμμένος στην άμμο. Κόλλησε εκεί σε μια παράξενη γωνία και παράδερνε, σαν να κρατιόταν πεισματικά κόντρα στον καιρό και δεν ήθελε να φύγει.
Μιά σανίδα χτυπιόταν στον άνεμο. Ο ήχος μονότονος, εκνευριστικός, απαιτούσε την προσοχή σου. Ερχόταν από μια ρημαγμένη παράγκα προς τα δεξιά. Χρειάστηκε κάμποσο χρόνο για να καταλάβει πως η παράγκα δεν ήταν παρά το μπαρ της παραλίας, που τόσα βράδια είχαν καθίσει εκεί, είχαν χαλαρώσει, είχαν πιεί, είχαν χορέψει, είχαν φιληθεί. Ο μπάρμαν είχε φύγει για την Αθήνα, δυο μέρες πριν. Τώρα το μπαρ, παρατημένο, γυμνό από στολίδια, χωρίς ποτήρια και μπουκάλια, χωρίς φωνές και γέλια, ήταν ένα θλιβερό κουφάρι. Η θέα του σε πλήγωνε. Πήρε γρήγορα τα μάτια από ‘κει.
Ένα τελευταίο ζευγάρι μάζευε τα πράγματά του κάπου αριστερά. Ο άντρας εκνευρισμένος προσπαθούσε να μαζέψει την ομπρέλα, η γυναίκα τις πετσέτες. Ένα κασκέτο έφυγε μέσα από την τσάντα του μπάνιου και τράβηξε λοξά προς τη θάλασσα. Η γυναίκα τα παράτησε όλα και έκανε να το πιάσει. Η τσάντα γύρισε, κι’ άρχισε να αδειάζει το περιεχόμενό της. Ο άντρας γύρισε εκνευρισμένος για να βρίσει τη γυναίκα, τούφυγε η ομπρέλα. Το θέαμα ήταν αστείο˙ γιατί δεν μπορούσε να γελάσει; Ήταν το κενό που ένοιωθε στο στήθος, ο κόμπος στο λαιμό˙ ήρθε ξαφνικά κι αναπάντεχα, απ’ το πουθενά.
Τί μου συμβαίνει; αναρωτήθηκε. Κοίταξε τη θάλασσα που είχε αγριέψει και πρόσεξε για πρώτη φορά πως οι γλάροι δεν ήταν πια εκεί. Από την πρώτη μέρα δεν τους είχαν αφήσει καθόλου, τους συντρόφευαν με τις φωνές τους, με το πέταγμά τους, με την ανεμελιά τους. Τώρα τους είχαν εγκαταλείψει κι’ αυτοί.
Στο βάθος, η καταιγίδα πλησίαζε. Το μαύρο σύννεφο είχε κατέβει μέχρι κάτω, στην θάλασσα. Αστραπές χαράκωναν το σκοτάδι. Έμοιαζαν σαν χαραμάδες σε μαυρισμένο τοίχο. Σαν μια όμορφη ανάμνηση να προσπαθούσε να ανοίξει τη σχισμή, να την μεγαλώσει για να βγει στο φως, αλλά δεν τα κατάφερνε και γλιστρούσε πάλι στην λήθη.
Ξαφνικά, ένοιωσε ένα ρίγος να διαπερνά το κορμί. Η σκιά του σύννεφου είχε σκεπάσει την παραλία. Ο ήλιος χάθηκε πια. Δεν κουνήθηκε. Έμεινε εκεί, στο παγκάκι, να συγκλονίζεται από αυτό το απόκοσμο ρίγος, χωρίς τη δύναμη να κουνηθεί.
«Τί έχεις; δεν αισθάνεσαι καλά;», ήρθε η φωνή από πίσω. Άχρωμη, απόμακρη, ευγενικά αδιάφορη, χωρίς πραγματική ανησυχία.
Ένοιωσε τη θλίψη να θεριεύει. «Τελειώσαμε;» ρώτησε.
«Τί είπες;» ξαναρώτησε η φωνή. «Δεν σ’ ακούω μ’ αυτόν τον καταραμένο αέρα».
“Τελειώσαμε!” φώναξε, μα η φωνή χάθηκε στην αντάρα.
Χοντρές στάλες άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό.
Αναστέναξε. «Λέω», είπε κουρασμένα γνέφοντας με το χέρι, «Ώρα να πηγαίνουμε. Ώρα να πηγαίνουμε».
Δεν μπορούσε ούτε να κλάψει.
Δημήτρης Κατελούζος
Σεπτέμβριος 1998
Υστερόγραφο: Θα μου πείτε, το τέλος μιας εποχής σηματοδοτεί την αρχή της επόμενης. Αλλά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία!