(το Phoebus Cartel και λίγες σκέψεις για την Αξιοπιστία)
Στο τότε ΚΕΤΑ/ΕΤΗΜ παρέλαβα διοικητής περί το τέλος του Απριλίου του 1991 από τον συγχωρεμένο τον Γιώργο τον Χρυσικάκη, ο οποίος, όπως συνηθιζόταν τότε(;) στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ), έπρεπε να αποχωρήσει “κατεπειγόντως” και επομένως δεν προλάβαινε να με ενημερώσει!
Τις λίγες επόμενες ημέρες λοιπόν, καθόμουν στο γραφείο και καλούσα εκ περιτροπής τους διάφορους υπεύθυνους των συνεργείων και των προγραμμάτων για να με ενημερώσουν οι ίδιοι. Αρκετές φορές μάλιστα τους ζητούσα και μου έφερναν κάποιους από τους φακέλλους και καθόμουν και τους διάβαζα μόνος μου.
Μια από εκείνες τις πρώτες ημέρες, πάνω στο διάβασμα και ενώ δεν είχα τελειώσει ακόμη τον πρωϊνό καφέ, παίρνει το μάτι μου μια περίεργη κίνηση εκεί στο βάθος του ορίζοντα, στα αριστερά. Μόλις εστιάζουν τα μάτια μου, “φρικάρω”! Ένα γερόντιο (για τις τότε αντιλήψεις μου) με στολή παραλλαγής και ένα δίκαννο παραμάσχαλα, πηδούσε την εξωτερική περίφραξη της Μονάδας σε ένα σημείο επικίνδυνο, στον απέναντι λόφο, με τα χαλίκια να κατρακυλάνε μέχρι κάτω!
Φωνάζω τον υπεύθυνο ασφαλείας και τον στέλνω να τον μαζέψουν. Τον φέρνουν στο γραφείο. Ένας εξηνταπεντάρης, λαχανιασμένος και αναψοκοκκινισμένος, ελαφρώς ευτραφής, με φόρμα κυνηγού από εκείνες της παραλλαγής, κασκέτο ταιριαστό, μαύρες μπότες, δυό σειρές φυσίγγια στο στήθος, με το δίκαννό του να το κουβαλά ένας σμηνίτης της ασφάλειας. Τον παίρνω από τα μούτρα:
“Τί κάνεις άνθρωπέ μου! Πηδάς με όπλο την περίφραξη στρατιωτικής Μονάδας; Είσαι με τα σωστά σου;”
“Δεν καταλάβατε κύριε Διοικητά! Είμαι απόστρατος της Αεροπορίας, δεν με γνωρίζετε; Αφήστε που…”
“Να λοιπόν ένας παραπάνω λόγος να μην το κάνεις!”
“Όχι, ξέρετε, να! Ο προηγούμενος Διοικητής με άφηνε!”
“Κοίταξε! Δεν ξέρω τι είχατε συνεννοηθεί με τον προηγούμενο Διοικητή, αν είχατε συνεννοηθεί, ούτε τις προϋποθέσεις, αλλά και δεν έχει σημασία! Τώρα είμαι εγώ και τις μεγάλες συγκινήσεις τις αποφεύγω! Δεν έχω καμμιά όρεξη να σε μαζεύουμε κάποια μέρα από τις ερημιές, μπλεγμένο στα σύρματα, ή ακόμη χειρότερα χτυπημένο από σκάγια! Είσαι και κάποιας ηλικίας! Αφού είσαι απόστρατος, είσαι ευπρόσδεκτος να έρχεσαι στο γραφείο μου, να σε κερνάω ένα καφεδάκι και να συζητάμε για τα παλιά! Αλλά θα μπαίνεις από την κεντρική πύλη, … και χωρίς όπλο!”
Θέλοντας και μη, ο άνθρωπος συναίνεσε! Όταν έφυγε από το γραφείο μου ένοιωσα κάπως ανακουφισμένος και έδωσα σιωπηλά συγχαρητήρια στον εαυτό μου που τον είδα έγκαιρα και δεν χρειάστηκε να τον κουβαλήσουν με τα αίματα στο Ιατρείο της Μονάδας! Επίσης αισθάνθηκα πιό ήσυχος και για εκείνη την συμπαθή οικογένεια της αλεπούς που είχε το σπίτι της εκεί, κάπου στο βάθος της ρεματιάς! Βέβαια, για καφεδάκι δεν ήρθε ποτέ, αλλά και δεν τον ξαναείδα από τότε!
Θα μου πείτε, “και λοιπόν;” Έ λοιπόν, να! Από εκείνη την ημέρα μου κόλλησε μια ανησυχία για την περίφραξη της Μονάδας! Άφησα συνεπώς τα προγράμματα και τα επισκευάσιμα κατά μέρος και βάλθηκα, την επόμενη εβδομάδα, να γυρίζω με τον επί των “Εγκαταστάσεων” της Μονάδας μέσα στα κατσάβραχα για να καταγράψουμε τα προβλήματα της περίφραξης. Το έδαφος εκεί είναι δύσβατο και μερικά σημεία είναι αδύνατον να τα προσεγγίσεις χωρίς ειδικό εξοπλισμό. Την δεύτερη μέρα λοιπόν τον πήρα και τραβήξαμε ίσα πάνω μέσα από την ρεματιά που είχε κάποια πρόσβαση και επιθεωρούσαμε την περίφραξη από κάτω.
Κάπου στο βάθος εκείνης της ρεματιάς, υπήρχαν τρεις παλιές αποθήκες πυρομαχικών, εγκαταλελειμμένες, ποιός ξέρει από πότε, και απ’ έξω τους τρεις στύλοι με φώτα. Και να! Εκεί στην ερημιά, μια λάμπα πυρακτώσεως να ανάβει! Κοιτάζουμε στην αντίστοιχη αποθήκη για διακόπτες. Βρίσκουμε τον κεντρικό πίνακα με έναν φακό. Ρεύμα δεν έρχεται. Κοιτάζουμε τις άλλες δυό αποθήκες. Ρεύμα πουθενά! Φωνάζω τον ηλεκτρολόγο, αλλά δεν ξέρει τίποτα. Ανεβαίνει στις κολώνες. Ρεύμα έχει μόνο η μία και μοναδική κολώνα με την λάμπα που άναβε! Ωραία! Μάλλον θα παίρνει ρεύμα από εκείνη την άλλη αποθήκη στα διακόσια μέτρα, εκείνη που χρησιμοποιούσαμε ακόμη. Κοιτάζουμε εκεί. Καμία τύχη!
Έλα τώρα! Θα πει κάποιος! Αν ακολουθούσατε το καλώδιο που φέρνει το ρεύμα θα το είχατε λύσει! Αμ δε! Οι τρεις εκείνες κολώνες έπαιρναν ρεύμα από κάτω! Υπόγεια! Θα έπρεπε να σκάψουμε˙ μέχρι που, άγνωστο. Το προσωπικό δεν έφτανε για τέτοιες δουλειές. Το προφανέστερο ήταν να ψάξουμε στα σχέδια της Μονάδος. Ανοίξαμε λοιπόν τα σχέδια και “βουτήξαμε” μέσα. Αλλά και εκεί δεν είχαμε τύχη. Τα σχέδια αφορούσαν μόνο τις καινούριες εγκαταστάσεις. Τα αντίστοιχα για τις παλιές, απλώς δεν υπήρχαν!
Το επόμενο βήμα ήταν να ψάξουμε στα σχέδια της 129ΣΥ και να ρωτήσουμε τους παλιούς εγκαταστάσεων, μια και η Μονάδα ανήκε πριν σ’ αυτούς. Για να μην τα πολυλογούμε, σχέδια δεν βρέθηκαν και κανείς δεν θυμόταν. Το μόνο που μου έμενε ήταν να το ξεχάσω!
Μα δεν μπορούσα να το ξεχάσω! Μου έμεινε κάτι σαν εμμονή, μια μανία και κάθε τόσο το θυμόμουν και έψαχνα μήπως και είχα παραβλέψει κάτι. Όταν τα προβλήματα της Μονάδος κάλμαραν, αντί να κάτσω ήσυχος και να πιώ έναν καφέ, έπαιρνα το δρόμο προς την ρεματιά για να δω την λάμπα να ανάβει˙ και αυτή η άτιμη άναβε! Πεισματικά, μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε. Πρωί, μεσημέρι ή νύχτα. Πέρναγαν οι μέρες, οι μήνες˙ με μπόρες, ανέμους, χιόνια και καύσωνες, η λάμπα άναβε. Η λάμπα άναβε και τότε, όταν μια δόλια καρακάξα κεραυνοβολήθηκε στην απέναντι κολώνα και έπεσε βάζοντας φωτιά στα φρύγανα. Η λάμπα άναβε αδιάφορη καθώς η φωτιά πέρασε δίπλα της χωρίς να αγγίξει την κολώνα που πάνω της καθόταν.
Όταν έφυγα από την Μονάδα, η λάμπα άναβε ακόμη. Κάθε τόσο την θυμόμουν και τηλεφωνούσα στον εκάστοτε Διοικητή να τον ρωτήσω για την τύχη της˙ και η λάμπα άναβε. Τα χρόνια περνούσαν και η λάμπα συνέχιζε να ανάβει. Πόσο περίεργος είναι ο άνθρωπος! Μέσα μου είχα προσωποποιήσει την λάμπα και θαύμαζα το πείσμα της! Την φανταζόμουν να ανάβει τις νύχτες του χειμώνα και να μαζεύει τα ζούδια γύρω της, στο φως, για παρηγοριά˙ να κάνουν ανακωχή οι αλεπούδες με τα αγριοκούνελα και να κάθονται εκεί μέχρι να περάσει ο κακός καιρός. Όταν πια έμαθα από τον τότε Διοικητή, τον Πέτρο Κυριαφίνη, ότι η λάμπα τελικώς έσβησε, δεν θα το πιστέψετε, αλλά λυπήθηκα! Σαν να έχασα κάτι δικό μου! Ήταν κάπου στα μέσα του 2015.
Για μισό λεπτό! Η λάμπα πρέπει να άναβε τουλάχιστον από τις αρχές του 1988 που το ΚΕΤΑ-ΕΤΗΜ εγκαταστάθηκε στα Σούρμενα. Μέχρι το καλοκαίρι του 2015 είναι περίπου 27,5 χρόνια˙ 10.037 ημέρες· 240.888 ώρες!!! 240.888 ώρες, όταν ο μέσος χρόνος ζωής (το MTBF δηλαδή), των λυχνιών πυρακτώσεως δίνεται από 1000 μέχρι 2500 ώρες; Εντάξει, στατιστικό είναι το μέγεθος, αλλά 240.888 ώρες; αδύνατο δεν είναι, αλλά απίθανο, ναι, είναι!
Δυστυχώς λεπτομερή στοιχεία για την στατιστική κατανομή των βλαβών δεν έχω και τώρα που οι λυχνίες πυρακτώσεως αποσύρονται, τέτοια στοιχεία είναι ακόμα πιό δύσκολο να βρεθούν. Συνεπώς, ποιά είναι η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο, δεν μπορώ να εκτιμήσω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι αυτό που έγραψα πιό πάνω: Αδύνατο δεν είναι, αλλά είναι απίθανο!
Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή μια λάμπα ανάβει για χρόνια χωρίς σταματημό, δεν μπορεί να το προσπεράσει κανείς χωρίς να σκεφτεί την “Συνωμοσία του Phoebus Cartel”. Μια πραγματική συνωμοσία, όχι “τζούφια” όπως οι περισσότερες που κυκλοφορούν στις μέρες μας, τεκμηριωμένη με εκατοντάδες έγγραφα και μαρτυρίες, που βέβαια έβαλε τον σπόρο για πάμπολλες θεωρίες συνωμοσίας του εικοστού αιώνα! Ας θυμηθούμε λοιπόν την ιστορία του Phoebus Cartel!
Στις αρχές του 20ου αιώνα, το μακρινό 1905, στην GE κατασκευάστηκε η πρώτη λάμπα πυρακτώσεως που είχε νήμα από βολφράμιο αντί για ίνα από μπαμπού, όπως γινόταν μέχρι τότε. Το βολφράμιο ήταν σημαντική αναβάθμιση και οι λάμπες απέκτησαν μεγάλη διάρκεια ζωής. Λέγεται ότι ο μέσος χρόνος ζωής τους έφτασε στις 2500 ώρες, αν και αυτό, για την εποχή εκείνη, είναι μάλλον υπερβολικό! Το χαρακτηριστικό αυτό, καλό για τους καταναλωτές, απεδείχθη καταστροφικό για τις “μπίζνες”! Οι λάμπες δεν καίγονταν και η ζήτηση έπεσε στα τάρταρα! Οι εταιρείες κατασκευής αντιμετώπισαν το φάσμα της πτώχευσης. Ο Διευθυντής της γερμανικής OZRAM λοιπόν, κάποιος ονόματι Wilhelm Meinhardt, σήμανε συναγερμό και κάλεσε τις εταιρείες κατασκευής λυχνιών σε κατεπείγουσα σύσκεψη τα Χριστούγεννα του 1924. Παρούσες στην σύσκεψη εκείνη ήταν οι OZRAM, PHILIPS, UK AEI, France CDL, EDISON CHINA, TOKYO ELECTRIC, GENERAL ELECTRIC (οι λεγόμενες “επτά αδερφές”) και άλλες μικρότερες θυγατρικές τους! Οι εταιρείες αυτές κατέληξαν σε λεπτομερέστατη συμφωνία και δημιούργησαν τότε το περίφημο Phoebus Cartel.
Σε αδρές γραμμές οι εταιρείες συμφώνησαν να κατασκευάζουν λυχνίες που ο μέσος χρόνος ζωής τους δεν έπρεπε να υπερβαίνει τις 1200 ώρες! Σε αντίθετη περίπτωση, η εταιρεία που θα αθετούσε την συμφωνία ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει χρηματικό πρόστιμο σε ένα κοινό ταμείο. Το χρηματικό πρόστιμο που προβλεπόταν ήταν εξοντωτικό! Επειδή τίποτε δεν μπορούσε να αφεθεί στην τύχη του, όλες οι εταιρείες προωθούσαν έναν αριθμό λυχνιών από κάθε παρτίδα, σε συγκεκριμένο πιστοποιημένο κέντρο ελέγχου στην Ελβετία για μέτρηση του μέσου χρόνου ζωής τους. Οι λυχνίες επιλέγονταν επίσης με συγκεκριμένη συμφωνημένη διαδικασία τυχαίας (στοχαστικής) επιλογής.
Το Καρτέλ λειτούργησε άψογα μέχρι το 1930, οπότε έληξε η ευρεσιτεχνία της GE. Τα επόμενα χρόνια ξεκίνησαν σιγά – σιγά να ιδρύονται εταιρείες που δεν ανήκαν στο Καρτέλ και η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει. Έτσι το 1940 το Καρτέλ διαλύθηκε επίσημα, καθώς δεν υπήρχε πλέον κανένας λόγος διατήρησής του.
Μετά τον πόλεμο δεν έχει καταγραφεί στην ιστορία παρόμοιο Καρτέλ που να αφορά σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης. Οι εταιρείες πλέον ακολουθούν άλλους δρόμους για να διατηρήσουν την παραγωγή τους σε αξιοπρεπή επίπεδα. Ο κυριότερος των οποίων είναι η συνεχής αναβάθμιση του προϊόντος με νέες δυνατότητες που κάνει το παλαιότερο προϊόν να χάσει την ελκυστικότητά του (δεν πιστεύω κανενός το μυαλό να πήγε στα i-phone, σωστά;)

Τυπική Λυχνία Πυρακτώσεως
Ο μέσος χρόνος ζωής των λυχνιών πυρακτώσεως λοιπόν, ανέβηκε μεταπολεμικά και διατηρήθηκε στο επίπεδο των 2500 ωρών. Όπως θα έχετε διαπιστώσει, μια λυχνία πυρακτώσεως καταστρέφεται όταν κόβεται το νήμα της. Ποιός από εμάς δεν έχει κουνήσει στο αυτί του μια λάμπα για να ακούσει αν “κουδουνίζει”; και το ερώτημα αναδύεται, ποιά διαδικασία αδυνατίζει το νήμα τόσο, ώστε στο τέλος να κοπεί;.
Για να μην μακρυγορώ, υπάρχουν δύο διαδικασίες που κάνουν το νήμα να αδυνατίσει.
>>> Η πρώτη είναι θερμική. Η θερμότητα του νήματος φτάνει κοντά στους 30000 C, όταν η θερμοκρασία τήξης του Βολφραμίου είναι 34220 C. Το Βολφράμιο μπορεί να μην λειώνει, αλλά σιγά – σιγά εξατμίζεται. Σκεφτείτε λοιπόν ένα νήμα μακρύ, μήκους περίπου 60 με 80 εκατοστά του μέτρου και διαμέτρου μόλις 5 εκατοστών του χιλιοστού (0,05 mm!), πόσο εύκολο είναι να αδυνατίσει με την εξάτμιση και να σπάσει. Με σκοπό να το προστατέψουν από την εξάτμιση, αλλά και να τον “χωρέσουν” μέσα στο γυάλινο περίβλημα, το στρίβουν σε μια έλικα και μετά το ξαναστρίβουν, φτιάχνοντας μια διπλή έλικα όπως στο σχήμα παρακάτω! Η κατασκευή χρειάζεται μόνο δύο έως τέσσερα σταθερά στηρίγματα για να κρατήσει το νήμα στην θέση του και αποδείχτηκε αποτελεσματική.

>>> Η δεύτερη διαδικασία που αδυνατίζει το νήμα, είναι μηχανική και οφείλεται κυρίως στους κραδασμούς. Το στρίψιμο του τόσο επιμήκους και λεπτού νήματος δεν βοηθά προς αυτήν την κατεύθυνση, ακόμη και αν το τοποθετήσουμε σε πολλά στηρίγματα. Όμως υπάρχει και μια άλλη λεπτομέρεια: όταν ανάβεις ή σβήνεις την λάμπα, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, το σύστημα βρίσκεται εκτός ισορροπίας και περίεργα πράγματα συμβαίνουν! Η διάρκεια της ανισορροπίας είναι κάπου ένα δέκατο του δευτερολέπτου (ή λίγο περισσότερο). Η αντίσταση του κρύου νήματος είναι κάπου 10 Ώμ, ενώ του θερμού (όταν ανάβει η λάμπα) περίπου 150 Ώμ! Τι συμβαίνει λοιπόν σ’ αυτό το διάστημα: μια μεγάλη αλλαγή στην ροή του ρεύματος μέσα σε ένα πηνίο, σε πολύ μικρό χρόνο! Αποτέλεσμα είναι να εμφανιστεί ένα μαγνητικό πεδίο που κάνει το νήμα να πάλλεται! Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που ο διακόπτης κλείνει ή ανοίγει και προσθέτει στην καταπόνηση του νήματος. Η όλη κατασκευή είναι ένας συμψηφισμός των διαφόρων φαινομένων ώστε να βελτιστοποιείται η διάρκεια ζωής του λαμπτήρα και συγχρόνως η αποδοτικότητά του!
Το γεγονός λοιπόν ότι μια λυχνία παραμένει σταθερά αναμμένη σε ένα περιβάλλον χωρίς ουσιαστικούς κραδασμούς και χωρίς να αναβοσβήνει, βοηθά στην επιμήκυνση του χρόνου ζωής της· διότι τότε η λυχνία υποφέρει μόνο από την εξάχνωση του νήματος.
Τελειώνοντας, καταλαβαίνω ότι αιωρείται ακόμα το ερώτημα αν η πιό πάνω συζήτηση φτάνει για να εξηγήσει την διάρκεια ζωής της μοναχικής μας λάμπας; ίσως ναι, ίσως όχι! Τα στοιχεία που να μας ενημερώνουν για το πόσες φορές μπορούμε να αναβοσβήσουμε μια λάμπα, είναι το ελάχιστο ανεπαρκή. Διάφορες εταιρείες για δικούς τους λόγους εξετάζουν τις λάμπες με διαφορετικές μεθόδους. Οι κατασκευαστές προτιμούν να αφήνουν τις λυχνίες αναμμένες μέχρι να καταστραφούν. Άλλοι, χρήστες επί το πλείστον, γνωρίζοντας την πιθανή χρήση τους, ακολουθούν συνδυασμούς, όπως να ανάβουν τις λάμπες τέσσερις (ή 6, ή 8) ώρες την ημέρα, και να μετρούν την διάρκεια ζωής τους έτσι. Το μόνο που μπορώ να πω, είναι ότι η πιθανότητα πως η λάμπα έμεινε να ανάβει για τόσο χρόνο, μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι έμεινε στην ησυχία της, να ανάβει συνεχώς, χωρίς κανείς να την ενοχλεί! Αυτή είναι η καλύτερη εξήγηση που μπορώ να σκεφτώ! Καμμιά καλύτερη ιδέα;
Δημήτριος Κατελούζος
7 Μαρτίου 2022