Το κορίτσι της Ζούγκλας
Ο Νικόλας ήταν κακομαθημένος. Παιδί των “Βορείων Προαστίων” από πλούσια οικογένεια. Είχε την όψη του καλού παιδιού, με τα αθώα μεγάλα του μάτια και τα κοντά καστανά του μαλλιά. Έβαλαν “μέσον” για να τον στείλουν να κάνει την θητεία του σε Μονάδα της άγονης γραμμής, να αποκοπεί από τις “κακές παρέες”. Άδικος κόπος! Όταν επέστρεφε από άδεια, η ασφάλεια στη Σκύρο έπιανε δουλειά. Τον έψαχναν εξονυχιστικά για ναρκωτικά. Μερικές φορές τον έγδυναν και έψαχναν τα ρούχα του˙ έψαχναν τα πράγματα που κουβαλούσε˙ το φαγητό που του είχε δώσει η μάνα του. Ποτέ δεν είχαν βρει τίποτα! Τον παρακολουθούσαν στην Μονάδα μήπως εύρισκαν την κρυψώνα του˙ τίποτα. Και ήταν σίγουρο ότι ήταν χαπάκιας˙ συνάδελφοί του σμηνίτες τον είχαν αναφέρει˙ αλλά και εμείς τον βλέπαμε να κυκλοφορεί φορές, ντοπαρισμένος, στα όρια της κατάρρευσης, αλλά να του βρουν τα χάπια, αδύνατο!
Γιατί ο Νικόλας ήταν πανέξυπνος και απρόβλεπτος. Ποτέ δεν θα του εύρισκε κανείς, τίποτα. Ποτέ! Φαινόταν σαν τα πράγματα, οι καταστάσεις γύρω του να μην τον αφορούσαν. Φόραγε μονίμως ένα προσωπείο αδιαπέραστο, μ’ ένα χαμόγελο αδιόρατο, στα όρια του σαρκαστικού, που δεν άφηνε τα πραγματικά του αισθήματα να φανούν. Σε κοίταζε με έναν τρόπο σαν να προσπαθούσε να σε διαβάσει˙ να βρει μια αδιόρατη χαραμάδα, μια αδυναμία για να την χρησιμοποιήσει. Όταν τον έπιανα να το κάνει σε μένα, του ανταπέδιδα τα ίσα. Τον κοιτούσα δηλαδή κι εγώ κατάματα χωρίς να παίρνω τα μάτια μου από επάνω του και χωρίς να μιλάω. Μετά από λίγο σταματούσε˙ ένα πονηρό υπομειδίαμα εμφανιζόταν στα χείλη του και ένα βλέμμα, σαν να μου έλεγε “Τώρα με κατάλαβες, άστο, πάμε παρακάτω!”.
Του άρεσε να λέει ιστορίες. Οι ιστορίες του ήταν υπερβολικές, γκροτέσκες. Δεν κατάφερα να καταλάβω αν ήταν πραγματικές, αν βασίζονταν σε πραγματικά γεγονότα που τα παραμόρφωνε η σάλτσα, ή αν ήταν παντελώς φανταστικές. Ούτε και μπόρεσα να καταλάβω γιατί τις ξεφούρνιζε! Είχε ανάγκη να δημιουργεί εντυπώσεις, διασκέδαζε με τις αντιδράσεις του ακροατή, ή κάτι άλλο;
Εμένα μου είχε ιδιαίτερη “συμπάθεια”. Κάθε που ήμουν υπηρεσία και μ’ εύρισκε ελεύθερο τα βράδια, ερχόταν να μου διηγηθεί και μια νέα ιστορία. Την μια πώς έγινε και αυτός με άλλους δυό του φίλους βίασαν σε μια ταράτσα κάποια γειτονοπούλα. Την άλλη πως είχαν “περιποιηθεί” συναινετικά(!) μια συμμαθήτριά τους πέντε άτομα (εδώ οι λεπτομέρειες ήταν κάτι παραπάνω από πικάντικες). Είχα φτάσει να πιστέψω ότι όλα αυτά μου τα έλεγε για να με εντυπωσιάσει, για κάποιο λόγο που μου ήταν αδύνατον να καταλάβω!.
Μια μέρα μου διηγήθηκε το απίστευτο πως είχε κάτσει και τον είχαν περιποιηθεί και αυτόν τον ίδιο! Εκεί με έπιασε απροετοίμαστο! “Ε, όχι βρε παιδί μου να κάτσεις και από κάτω!”, του είπα! “Γιατί το έκανες αυτό;”. “Εμπειρίες κύριε Κατελούζο” μου απάντησε, “Εμπειρίες! Να πεθάνουμε και να μην ξέρουμε πως είναι; Αλλά μην φοβάστε! Δεν έχω αποφασίσει ακόμα!”. Γέλασα και υπέθεσα ότι πάλι με δοκίμαζε για να δει τις αντιδράσεις μου˙ να βρει μια αφορμή για να διασκεδάσει αυτόν τον περίεργο σαδομαζοχισμό που τον έτρωγε από μέσα.
Ένα βράδυ εκείνου του ζεστού Σεπτέμβρη, διάβαζα με το παράθυρο ανοιχτό. Τότε ήταν της μόδας ο Νερούδα και διάβαζα κάτι ερωτικά ποιήματά του σ’ ένα βιβλίο με κόκκινο εξώφυλλο, αν θυμάμαι καλά. Φάνηκε στο παράθυρο με εκείνο το παιχνιδιάρικο χαμόγελο στα χείλη. “Καλησπέρα κύριε προϊστάμενε! Τί διαβάζεις κι είσαι τόσο απορροφημένος;”. “Διαβάζω ποιήματα του Νερούδα!” του απάντησα. Εκείνο το ζουζουνάκι μέσα στο κεφάλι μου με έβαλε τότε να τον πειράξω και το τράβηξα λίγο! “Έχουμε συνεννοηθεί με την δικιά μου στην Αθήνα να διαβάζουμε τρία ποιήματα με την σειρά από το ίδιο βιβλίο, την ίδια ώρα κάθε βράδυ, έτσι ώστε νοερά να είμαστε μαζί!”. Εκεί το πρόσωπό του έλαμψε! “Γουστάρω!” ξεφώνισε. “Φοβερή ιδέα! “Θα το κάνω και ‘γώ! Μπορώ να ρίξω μια ματιά στο βιβλίο;”. Του έδωσα το βιβλίο από το παράθυρο και διάβασε στα γρήγορα δυό τρία κομμάτια. “Μα καλά, έχεις γκόμενα στην Αθήνα; Εγώ νόμιζα ότι μόνο με τσούλες νταραβεριζόσουν!” τον τσίγκλισα. “Όχι, όχι στην Αθήνα!” απάντησε βιαστικά. “Εδώ στη Σκύρο!”. Χωρίς άλλο πρόλογο, άρχισε να μου διηγείται!
Εκεί στα νότια της Μονάδας ξεκινούσε μια μισγάγκεια, μια ρεματιά. Κατέβαινε στριφογυριστή προς τα νότιο-ανατολικά και έφτανε τελικά στην περιοχή που λέγεται ακόμα “μαγαζιά”, όπου και η μοναδική τότε ταβέρνα του Στέφανου. Τα καλοκαίρια κάποιοι σμηνίτες την κοπανούσαν και έπαιρναν την ρεματιά για να κάνουν μπάνιο. Η περίφραξη δεν τους προβλημάτιζε, γιατί το μέρος ήταν δύσβατο και τα νερά είχαν σκάψει τη γης και είχαν σπρώξει τα σύρματα έτσι ώστε άνετα περνούσε ένα άτομο από κάτω. Να λοιπόν που και ο πρωταγωνιστής μας έφυγε ένα πρωί κρυφά και κατέβαινε προς την παραλία. Εκεί που η ρεματιά πλησίαζε προς την θάλασσα, η κοίτη άπλωνε και έφτιαχνε ένα πλάτωμα, όλο ψιλή, μαλακή ποταμίσια άμμο, γεμάτο καλαμιές.

“Εκεί μες’ τις καλαμιές, την είδα! Μισόγυμνη, να φοράει μόνο το σλιπ και να γυρίζει μες’ τα καλάμια για να απλώσει την μπουγάδα της! Έτσι που την χτύπαγαν οι ακτίνες του πρωινού ήλιου μου φάνηκαν τα μαλλιά της σαν χρυσά, σαν να είχαν πιάσει φωτιά! Μου φάντασε σαν ένα πλάσμα του ονείρου! Βγήκα από τα καλάμια, της έπιασα το χέρι και της είπα : Είσαι η Λιάνα, το κορίτσι της Ζούγκλας! Θέλεις να γίνω ο Ταρζάν σου;”.
Η “Λιάνα” τότε δεν είχε κλείσει τα δεκαενιά. Παντρεμένη με τον σκουπιδιάρη του νησιού, ζούσαν σε μια καλύβα μέσα στις καλαμιές. Ο σκουπιδιάρης, ξεδοντιάρης, κακάσχημος και βρωμύλος, θάταν τότε γύρω στα εξήντα. Ο διάολος είχε κάνει το προξενιό. Ένα απόβραδο, σε μια ταβέρνα, ο πατέρας της και ο σκουπιδιάρης, σκνίπα στο μεθύσι, αναρωτήθηκαν γιατί, αφού ήταν κολλητάρια, δεν είχαν σκεφτεί να συμπεθεριάσουν. Έτσι εκείνο το βράδυ, στο μισοσκόταδο και μέσα στους ατμούς του οινοπνεύματος και τον καπνό των τσιγάρων, ο πατέρας της “Λιάνας” και ο σκουπιδιάρης έδωσαν τα χέρια και η συμφωνία έκλεισε. Η “Λιάνα” ήταν στα δεκάξι. Πανέμορφη με πλούσια προσόντα και ξανθά μαλλιά αλλά τελείως αγράμματη και όχι ιδιαίτερα έξυπνη.
Ο Νικόλας και η Λιάνα έζησαν έντονα τον έρωτά τους για δυό τρεις μήνες. Ελεύθεροι και με την άδεια της αστυνομίας. Ο σκουπιδιάρης ή θα ήταν στην ταβέρνα, ή σκνίπα στο μεθύσι, ή θα κοιμόταν˙σαν να μην υπήρχε. Το ειδύλλιο ξέφτισε με τον ερχομό του χειμώνα˙ το πήρε και το σκόρπισε ο Σκυριανός άνεμος.
Οι μήνες πέρασαν, ο Νικόλας πήρε απολυτήριο, όλοι οι παλιοί φύγαμε, καινούρια πρόσωπα ήρθαν. Τα χρόνια ξεμάκρυναν.
Τον Νικόλα τον ξαναβρήκα, πάλι έναν Σεπτέμβριο εκεί στις αρχές του νέου αιώνα. Η μάλλον με βρήκε αυτός! Περπατούσα αμέριμνος σε μια πλατεία κάποιας από τις παραλιακές κωμοπόλεις της Αττικής, όταν άκουσα μια φωνή που κάτι μου θύμισε! Γύρισα και τον είδα! “Μωρέ! Τί κάνεις εσύ εδώ;” Είχε ανοίξει ένα μπαράκι με κάποιον από τους φίλους του σε ‘κείνη ακριβώς την πλατεία. Μου είπε να περάσω το βράδυ για ένα ποτό, αλλά θα έφευγα. Έτσι τα είπαμε γρήγορα, εκεί, στα όρθια. Θυμηθήκαμε τα παλιά. Κάποια στιγμή, τον ρώτησα τι απέγινε με την Λιάνα. “Που την θυμήθηκες αυτήν τώρα αφεντικό!”, μου είπε και χαμογέλασε μ’ εκείνο το ειρωνικό του χαμόγελο. Τον πρόσεξα καλύτερα. Είχε κάνει περμανάντ στα φρύδια και τα χείλια του μπορεί να ήταν λίγο βαμμένα κόκκινα, αλλά πολύ διακριτικά. “Άκου η Λιάνα! Ποιά Λιάνα;”, μια μικρή παύση! “Αφεντικό, τώρα η Λιάνα είμαι εγώ!”. Τίναξε το κεφάλι του φιλάρεσκα, για να διώξει μια ξανθιά τούφα που του έμπαινε στο δεξί μάτι.
Τελικά, δεν μου είχε πει ψέμματα, κατά πως φαίνεται. Ψαχνόταν πράγματι, και εκεί στην πλατεία που τον είδα για τελευταία φορά, είχε πια αποφασίσει.
Δημήτρης Κατελούζος
Δεκέμβριος 2021
Υστερόγραφο : Εννοείται, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ότι η ιστορία είναι πλασματική!!!