Ο Ζαχαρής

Στην Λευκάδα φτάσαμε κάποιο μεσημέρι στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1970. Λέω φτάσαμε, γιατί είμαστε δύο, εγώ και ο συμμαθητής μου ο Χρήστος ο Ντάσης. Ταξιδέψαμε με το λεωφορείο της γραμμής. Πεινασμένοι, χωρίς να το πολυσκεφτούμε, πήγαμε για φαγητό στο πρώτο εστιατόριο που βρήκαμε μπροστά μας. Η ταβερνιάρισσα, βλέποντάς μας με τις βαλίτσες, μας έπιασε την κουβέντα και μας έπεισε να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο στο σπίτι της, το οποίο θα διατηρούσε καθαρό η ίδια. Πήγαμε μετά το φαγητό και είδαμε το δωμάτιο, πεντακάθαρο, κοντά στην λέσχη της Αεροπορίας. Μάθαμε ότι η κυρία είχε χηρέψει πρόσφατα και είχε δύο μικρά παιδιά στο γυμνάσιο. Η περίπτωση μας φάνηκε καλή και το κλείσαμε. Αφήσαμε τα πράγματά μας και πήγαμε στην Λέσχη, περιμένοντας τον Διοικητή για να παρουσιαστούμε.

Ο Διοικητής καθυστερούσε και όταν πιά κατέβηκε από την Μονάδα, είχε σουρουπώσει. Μετά τα τυπικά μας λέει :

“Αύριο να μου θυμίσετε να ψάξουμε να σας βρούμε σπίτι να νοικιάσετε!”

“Ευχαριστούμε πολύ! Πολύ ευγενικό!” του λέμε, “Αλλά δεν χρειάζεται, βρήκαμε!”. Όπου ο Διοικητής ξεκινάει να αλλάζει σε ταχεία διαδοχή όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου!

“Τί; Γιατί; Που; Πως; Ποιός;” μας πετάει εν μιά ριπή! Κοιτάζουμε με απορία ο ένας τον άλλον! Κάτι λάθος είχαμε κάνει, αλλά τι;

“Τί κάνατε;” σχεδόν φωνάζει! “Εδώ που ήρθατε, πρέπει να είσαστε πολύ προσεκτικοί!”. “Οι περισσότεροι Λευκαδίτες είναι κουμουνιστές! Δεν ξέρετε ότι ο Δήμαρχος της Λευκάδας όταν έγινε η επανάσταση ήταν Κουμουνιστής; Έπρεπε να εξετάσουμε το ποιόν της κυρίας, προτού κλείσετε το σπίτι!”.

Μένουμε κόκκαλο! Εκείνος αρχίζει να μας διηγείται μια ιστορία που υποτίθεται ότι συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν : Ήταν ένα σαββατόβραδο και μιά ταβέρνα είχε γεμίσει, μισή με Λευκαδίτες, μισή με Αεροπόρους. Κάποια στιγμή, μετά από ένα ασήμαντο πολιτικό σχόλιο, οι Λευκαδίτες επιτέθηκαν στους Αεροπόρους και έγινε χαμός! Έπεσε ξύλο, σπάσανε πιάτα και ποτήρια, πέσανε καρεκλιές, με μια κουβέντα η ταβέρνα έγινε καλοκαιρινή και πολλοί τραυματίστηκαν! Για ένα μήνα το προσωπικό της Μονάδας έμενε μέσα και οι απαραίτητες αποστολές προς την πόλη, για ώνια ή άλλες δουλειές, φυλάσσονταν από οπλισμένο άγημα!!! Την διήγηση την έκλεισε σε πολύ δραματικό τόνο : “Όταν σουρουπώνει να μην κυκλοφορείτε στα σοκάκια μην σας βρούμε με κανένα μαχαίρι στην πλάτη, μέσα σε κανένα χαντάκι!”!!!! Τον καληνυχτίσαμε έντρομοι! Οι σκέψεις και οι συζητήσεις μας γύριζαν γύρω από το ίδιο θέμα: “Ρε που μπλέξαμε!”.

Ήταν και οι καιροί παράξενοι! Μεσάνυχτα Χούντα και στην Λευκάδα είχαν στείλει στρατιωτικό διοικητή έναν συνταγματάρχη. Και για να μην γίνει κανένα μπέρδεμα, μαζί του στείλανε άλλον ένα για να τον αντικαθιστά όταν θα έπαιρνε άδεια! Στρατιωτικοί διοικητές!!! Δυό συνταγματάρχες να διοικούν πέντε φαντάρους, ίσα–ίσα για να το “παίζουν” στρατιωτικοί διοικητές! Από την άλλη τον σμήναρχο διοικητή της 4ηςΜΚΕΠ με καμιά διακοσοπενηνταριά ανθρώπους στην Μονάδα, τον είχαν … υφιστάμενο!

Από εκείνη την πρώτη συνάντηση, όταν γυρίζαμε το απόγευμα από το βουνό, κατευθείαν στο δωμάτιο και διάβασμα (Ξεσκόνισα και τις 1536 σελίδες του Skolnik εκείνη την χρονιά! )!. Το βράδυ, φαγητό νωρίς στην ταβέρνα, μια γρήγορη βόλτα στο νυφοπάζαρο για την χώνεψη και πάλι μέσα! Όμως γρήγορα τα πράγματα χειροτέρεψαν! Τον Νοέμβριο ο Χρήστος πήρε μετάθεση για Άραξο και έμεινα μόνος μου!

Πέρασε ενάμισης ακόμα μήνας μιζέριας και ξαφνικά ήρθαν οι διακοπές των Χριστουγέννων! Από την μια μέρα στην άλλη η Λευκάδα γέμισε φοιτητόκοσμο! Όπου ξαφνικά ένα βράδυ, πάνω που έκανα την βόλτα μου στο νυφοπάζαρο πέφτω πάνω στον συμμαθητή μου από το γυμνάσιο, τον Φώντα! Φιλιά, αγκαλιές, γνωριμίες με ανθρώπους συνομήλικους και η ζωή μου άλλαξε μέσα σε μισή ώρα!

Οι Λευκαδίτες που γνώρισα ήταν άνθρωποι συνηθισμένοι, ευχάριστοι. Όχι τίποτε μαχαιροβγάλτες, απομεινάρια του συμμοριτοπόλεμου. Μου έκαναν μάλιστα εντύπωση με το πνεύμα, την σπιρτάδα τους, την ευχάριστη διάθεσή τους! Η παρέα που μπήκα ήταν μεγαλούτσικη, προς απελπισία του διοικητού μας που δεν ήξερε πως να μου φερθεί και ποιόν να ψάξει για φρονήματα! Η αλήθεια ήταν ότι πολιτικά ανήκαν όπου μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά οι “καβγάδες” τους ήταν πολιτισμένοι και μάλλον έμοιαζαν με πνευματική εξάσκηση. Πολλές φορές νόμιζες ότι έπαιζαν σκάκι με τις κουβέντες! Περισσότερο “δέθηκα” με δυό ντόπιους, αδέρφια, τον Γιάννη (Θεός σχωρέστον) δυό χρόνια μεγαλύτερός μου και τον συνομήλικο μου Βαγγέλη, γουναράδες, με πελάτες κυρίως στην Ιταλία. Με τον καιρό άρχισα να πηγαίνω και στο σπίτι τους και γνώρισα την μητέρα τους την κυρία Τούλα.

<===============>

Ο πατέρας τους ο Ζαχαρής κατά κανόνα έλειπε από το σπίτι. Μου είπαν ότι αυτός ήταν ο τελευταίος Δήμαρχος πριν να τον παύσει η Χούντα! Τον ίδιο τον πρωτογνώρισα τον επόμενο Μάρτη. Την εποχή που το Ιόνιο γεννάει κάτι πυκνά μαύρα σύννεφα φορτωμένα με νερό. Τότε που ανοίγουν οι ουρανοί και αρχίζει να βρέχει και να βρέχει χωρίς σταματημό! Καθώς περνούν οι μέρες, αρχίζεις να συνηθίζεις το νερό που πέφτει καταρράκτης, μουσκεύοντας τα πάντα, και τη μαυρίλα που ξεσκίζεται κάθε τόσο από ξαφνικές αστραπές. Μέρες σαν κι’ αυτές οι περισσότεροι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Εκείνη την εποχή, το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν να πας στο καφενείο της πλατείας.

Μπήκαμε ένα βραδάκι στο καφενείο κι’ εκεί στο κέντρο του μια μεγάλη παρέα από Λευκαδίτες κάθε ηλικίας, συνωστίζονταν γύρω από ‘να τραπέζι όπου αγόρευε ένας κοντός και ευτραφής πενηντάρης, πίνοντας το αγαπημένο ποτό της εποχής, τσάϊ με Μεταξά πέντε αστέρων.

“Ένντος!” λέει ο Γιάννης. “Τον Καραγκιόιζ κάνει πάλε!”.

Κάθε τόσο, ένας κεραυνός αναβόσβηνε τα φώτα και τότε ο Ζαχαρής κοίταζε προς το ταβάνι, τάχα ενοχλημένος. Κάποια στιγμή πήρε φόρα, ανέβηκε στο τραπέζι και άρχισε να βγάζει λόγο: “Αγαπητοί συμπολίτες, … κλέφτες και λωποδύτες, όταν αυτοί οι τρισκατάρατοι παν’ από ‘κει που’ ρθαν, σας υπόσχομαι ότι εγώ θαααα …..”. Όπου μια μεγάλη αστραψιά έφεξε την πλατεία σαν να ήταν καταμεσήμερο Αυγούστου, τα θεμέλια του καφενείου έτριξαν ανατριχιαστικά και μείναμε στο σκοτάδι! Ένα λεπτό αγωνίας που φάνηκε αιώνας πέρασε, ένα λεπτό που τρομαγμένοι δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε γίνει και μετά, … εγένετο φως! Το ηλεκτρικό επέστρεψε και οι λάμπες άναψαν τόσο απότομα όσο είχαν σβήσει. Την ησυχία τάραζαν οι χοντρές σταγόνες μιας βροχής που στο μεταξύ είχε γίνει καταιγίδα! Όλοι ακίνητοι και σιωπηλοί, αποσβολωμένοι. Ο Ζαχαρής άγαλμα πάνω στο τραπέζι, στη στάση που τον είχε βρει ο κεραυνός, με το χέρι τεντωμένο εμπρός και λίγο προς τα πάνω και την παλάμη προτεταμένη, να κοιτάζει τον πολυέλαιο στη μέση του καφενείου. Μένει ακίνητος για κάποια δευτερόλεπτα με ένα ύφος οργίλο και σοβαρό, σαν να έβλεπε τον τρισκατάρατο.

“Ωρέ Μανώλη!”, φωνάζει άξαφνα στον σερβιτόρο που καθόταν όρθιος και ακίνητος στον πάγκο! “Ποιός κερατάς εκεί μέσα παίζει με τα φώτα;;!!”

<===============>

Καμιά δεκαριά μέρες αργότερα, μια Κυριακή, με κάλεσαν για μεσημεριανό. Όλη η οικογένεια θα ήταν εκεί, του Ζαχαρή συμπεριλαμβανομένου. Πήρα κάτι πάστες και έφτασα στο σπίτι τους νωρίς. Μετά τα τυπικά, συζητήσαμε λίγο, περί ανέμων και υδάτων. Στο τέλος καθίσαμε στο τραπέζι μόνο οι τέσσερις άντρες. Η Κυρα-Τούλα ήταν από ‘κείνες τις παλιές, που πάσκιζαν να ευχαριστήσουν τους μουσαφιρέους. Στεκόταν από πάνω μας και φρόντιζε να μην μας λείψει τίποτα. Άλλες εποχές!

Εκεί, μετά από ένα–δύο ποτηράκια, αφού λύθηκε η γλώσσα, ο πατέρας και οι γιοί του άρχιζαν να μιλούν για πολιτικά. Αμ έλα που ανήκαν σε διαφορετικές φυλές! Ο πατέρας ΚΚΕ, ο μεγάλος γιός Βασιλόφρων κι’ ο Βαγγέλης Κεντρώος. Η συζήτηση ζεστάθηκε και γρήγορα φτάσαμε στις φωνές! Η Κυρά-Τούλα άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της και να λέει : “Ωχ τι με βρήκε πάλι τη δύστυχη! Κάθε Κυριακή τα ίδια μου κάνουνε!” και “Τι σούλαχε Μαυρο-Τάκη μ’ (αυτός ήμουν εγώ), μια μπουκιά φαΐ είπαμε να σου δώκουμε και σου το βγάλαμ’ απ’ τη μύτη!”. Εγώ να προσπαθώ να ηρεμήσω την Κυρα-Τούλα, εκείνη να οδύρεται, ο Γιάννης εκτός εαυτού να χτυπάει με τις γροθιές του τον τοίχο, δεν καταλάβαινα τίποτα.

Κάποια στιγμή ο Ζαχαρής κοιτάζει κρυφά το ρολόϊ του και λέει: “Πανάθεμά σας, μια μπουκιά γλυκό ψωμί δεν μπορώ να φάω εδώ μέσα!”, σηκώνεται, παίρνει το καπέλο του από την κρεμάστρα, πηγαίνει στην πόρτα, την ανοίγει, κι’ εκεί, λίγο πριν την κλείσει, με κοιτάει και μου κλείνει το μάτι! Μένω σαστισμένος! Και τότε, ενώ ο Γιάννης εξακολουθεί να χτυπιέται κι’ η Κυρά-Τούλα να οδύρεται, ο Βαγγέλης, ο πιό πονηρός, σκασμένος στα γέλια μου λέει: “Μην στεναχωριέσαι! Ήταν η ώρα του να πάει στο καφενείο και έψαχνε να βρει δικαιολογία για να φύγει!”.

<===============>

Έτσι τό’ χε φέρει η μοίρα και το βράδυ της 20ης Απριλίου του 1967, ο Ζαχαρής έπεσε να κοιμηθεί σαν Δήμαρχος Λευκάδας. Δήμαρχος είχε βγει με τον συνδυασμό του ΚΚΕ, βέβαια! Πριν ξημερώσει ο Θεός την μέρα, αναστήθηκε το πουλί της επανάστασης! Στις τέσσερις το πρωί, ένα άγημα έφτασε στο σπίτι του Δημάρχου και τον πήρε άρον–άρον για το Δημαρχείο. Αγουροξυπνημένος και μισοντυμένος μπαίνει στο γραφείο του και βρίσκει τους δυό Συνταγματάρχες που λέγαμε στην αρχή! Ο ένας καθιστός, πίσω από το τραπέζι του Δημάρχου να έχει πατήσει μερικές εκατοντάδες φορές τις σφραγίδες σε άδεια χαρτιά. “Καλημέρα Δήμαρχε!” του λέει ο καθιστός. “Σήμερα εκάμαμεν Εθνικήν Επανάστασιν και σε απαλλάσσομεν των καθηκόντων σου! Από τούδε αναλαμβάνομεν ημείς!”. “Ά να γειά σου παληκάρι μου!” του απαντά ο Ζαχαρής, κάνοντας τον αδιάφορο. “Γιατί τούτοι οι τριβόλοι οι Λευκαδίτες εδωνά, λίγο και θα με κουζουλάνανε!” και γυρίζει να φύγει. “Που πας;” του λέει ο Συνταγματάρχης. “Θέλω να μου δείξεις ποιά είναι η σφραγίδα του Δήμου Λευκάδος, πρώτα!”. Πράγμα παράξενο, αφού στο τραπέζι στο πάνω-πάνω χαρτί, φαίνεται πατημένη καμιά δεκαπενταριά φορές η σφραγίδα του Δήμου!

Τυχαίνει ο Δήμος της Λευκάδας εκείνη την εποχή, να έχει έμβλημα ένα άγριο άλογο που στεκόταν στα πίσω του πόδια και χλιμίντραγε. Γύρω-τρόγυρα, μια φάσα που έγραφε φαρδυά–πλατυά : “Δήμος Λευκαδέων”. Απλώς και μόνον! Μπορεί σε άλλες πόλεις της επικράτειας να το συμπλήρωναν με το “Βασίλειον της Ελλάδος” αλλά στην σφραγίδα της Λευκάδας … δεν! Κανείς που ρώτησα δεν ήξερε τον λόγο αλλά έτσι ήταν. Κάποια γραφειοκρατική παράληψη φαντάζομαι, που έγινε επίσημη από το Πρωτοδικείο.

“Μααα, την βαστάς!” του λέει ο Ζαχαρής. “Ποιάν, αυτήν εδώ;” ρωτά ο Συνταγματάρχης. Τούτος ο τελευταίος, αργά και με μεγάλη επισημότητα ξαναβάζει την σφραγίδα στο μελάνι, την κουνάει πέρα -δώθε και της δίνει μια στο χαρτί με πάταγο! “Και που είναι σε παρακαλώ, κύριε Δήμαρχε, το Βασίλειον της Ελλάδος;” ρωτάει τον Ζαχαρή. Όπου εκείνος, με όλη την αθωότητα του κόσμου ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, απαντά : “Μα και που θες να ξέρω εγώ; Εσείς εκάματε την επανάστασιν κύριε Συνταγματάρχα μου, εμένα ρωτάς τι απέγινε το Βασίλειον της Ελλάδος;”

<===============>

Υστερόγραφο : “ΜΗΔΕΝΙ ΔΙΚΗΝ ΔΙΚΑΣΕΙΣ ΠΡΙΝ ΑΜΦΟΙΝ ΜΥΘΟΝ ΑΚΟΥΣΕΙΣ” μας είχε πει ο Πλάτωνας. Η άποψη των Λευκαδίων για τον καβγά στην ταβέρνα, ήταν λίγο διαφορετική. Μου είπαν ότι στην ταβέρνα κάποιος αξιωματικός, καλόβλεπε μια κοπέλα στο διπλανό τραπέζι. Ο συνοδός της κάποια στιγμή του ζήτησε τον λόγο. Στη φιλονικία που ακολούθησε, η χρώματος κομοδινί φενάκη του αξιωματικού ξέφυγε από το κεφάλι του και έπεσε στο πάτωμα. Κάποιος την πάτησε! Όποιος ήξερε εκείνον τον αξιωματικό, γνωρίζει την αδυναμία του. Άρχισε τις γροθιές, και λοιπά. Στον Διοικητή δε τόλμησαν να πουν την αλήθεια και του είπαν για τα πολιτικά. Στη ζωή συμβαίνουν αυτά!

Η «Ιωάννου Μελά» το τότε νυφοπάζαρο! Αριστερά ξεκινά η Κεντρική πλατεία της παλαιάς πόλης. Το καφενείο ήταν ΟΛΟ το ισόγειο του σπιτιού αριστερά με τα μπλε παράθυρα

Σχολιάστε