Χαμηλό Βαρομετρικό

Κάποιο Σάββατο, αρχές τις δεκαετίας του ‘71, βρισκόμαστε με τον συνάδελφο Απόστολο Χρυσοχοϊδη στον δρόμο για την Σκύρο. Το RADAR έχει παρουσιάσει κάποια βλάβη και έτσι εγώ επιστρέφω μετά από διακοπή αδείας, ο δε Αποστόλης σαν τεχνική βοήθεια από το ΚΕΑ. Είναι μήνας Μάρτιος, ίσως ο χειρότερος μήνας για το μπουγάζι ανάμεσα σε Κύμη και Σκύρο. Φυσά Βοριάς από την Πέμπτη και όπως λένε οι Σκυριανοί ψαράδες, “Φοβού Βοριά παλιό και Νότο παλικάρι”.

Η θάλασσα στο βάθος είναι γεμάτη “προβατάκια”, αλλά πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα, εμείς δεν το ξέρουμε. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι το κανονικό οχηματαγωγό είναι για επισκευές και στο λιμάνι μας περιμένει ένας σκυλοπνίχτης ονόματι “Μπόρα” (όνομα και μη χωριό!). Με το που πατάμε το πόδι μας στο καράβι, το καράβι φεύγει! Η μεταφορική του ικανότητα είναι ένα μικρό φορτηγό και τρία ΙΧ, κί’ αυτά τα έχουν δέσει με αλυσίδες στο κατάστρωμα. Παράξενο θέαμα.

Καθώς απομακρυνόμαστε από το λιμάνι, κάποιος λιμενικός τρέχει στην προκυμαία φωνάζοντας, ανεμίζοντας το πηλήκιο που κρατά στο χέρι, αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, με το που περνάμε τον Μισόκαμπο και το ακρωτήριο της Κύμης, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τί φώναζε ο Λιμενικός! Το “Μπόρα” κλυδωνίζεται σαν καρυδότσουφλο και κάποιες φορές πηδά στον αέρα, σαν πουλί που μαθαίνει πως να πετάει. Η κατάσταση μέσα στην καμπίνα, ανυπόφορη. Όποιος δεν έχει βγάλει ήδη τα άντερά του στο πάτωμα, προετοιμάζεται για να το κάνει.

Με τον Αποστόλη αποφασίζουμε να βγούμε έξω στο κατάστρωμα. Καλύτερα στο κρύο και την αλάρμη, παρά μέσα στη μπόχα. Πηγαίνουμε στα δεξιά γιατί ο άνεμος φέρνει το νερό με τους κουβάδες από τον Βοριά. Περνάει το νερό από την κουβέρτα και το βλέπουμε να πέφτει καταρράκτης μπροστά μας. Τα κύματα δεν κυλάνε προς μια κατεύθυνση. Μοιάζουν σαν μικρά βουνά, ξεπηδάνε από μέσα από την θάλασσα και προσπαθούν να φτάσουν στον ουρανό, δεν τα καταφέρνουν και ξαναπέφτουν με πάταγο κάτω. Το νερό φτάνει στην κουπαστή την γλύφει και πηδάει στο κατάστρωμα. Ξυλιασμένοι στο κρύο και μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο υπολογίζουμε κατά που θα πηδήξουμε στο νερό μόλις το καράβι φουντάρει. Για σίγουρο τόχουμε.

Μέσα στην τρομάρα μας, ένας μούτσος βγαίνει κάθε τόσο μ’ έναν κουβά νερό, τον ρίχνει στην θάλασσα, κοιτάζει τον ουρανό και μονολογεί, ξανά και ξανά: “Βρε πώς φρεσκάρισε!”.

Ο καπετάνιος φαίνεται πως αποφάσισε να πάει ίσια ανατολικά για να περάσει νότια της Πρασούδας μήπως βρει απάγκιο και πέσει γρήγορα στην σκιά της Σκύρου ώστε να βρει ήσυχα νερά και μετά να τραβήξει βόρεια. Δυό ώρες μέσα στην αντάρα και ξηρά δεν βλέπουμε. Κάποιος ταλαίπωρος, κίτρινος σαν το λεμόνι, βγαίνει κάποια στιγμή έξω και κάνει την ηλίθια ερώτηση: “Βρε παλληκάρια, έχετε ξαναπεράσει από ‘δω;”. Δεν αντέχει περισσότερο, κρεμιέται στην κουπαστή και αφήνει ότι έχει στο στομάχι του. Ο αέρας το παίρνει και του το γυρίζει κατά πρόσωπο. Τραγωδία.

Μετά από τεσσεράμισι ώρες, για μια διαδρομή που είναι για δύο, φτάνουμε επιτέλους στο λιμάνι της Λιναριάς. Ο Λιμενάρχης μπαίνει φουριόζος με το μάτι άγριο και αρχίζει να βρίζει τον καπετάνιο. Στην μπουκαπόρτα ένας υπαξιωματικός του Λιμενικού μας μετράει καθώς βγαίνουμε. Τότε και συνειδητοποιούμε το μέγεθος του κινδύνου που περάσαμε.

Τρικυμία, Έλατο, 35×25 cm

Δημήτρης Κατελούζος

12 Ιουλίου 2020

Σχολιάστε