<=======================>
Το καλοκαίρι του 1975 ο Στρατός Ξηράς αποφάσισε να δημιουργήσει ένα σταθμό ανεφοδιασμού ελικοπτέρων που θα υποστήριζε τις ενδεχόμενες επιχειρήσεις στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Γιατί δεν χρησιμοποίησαν τις εγκαταστάσεις της 7ης ΜΣΕΠ είναι ένα από τα μεγάλα μυστήρια για τα οποία δεν μπόρεσα ποτέ να βρω απάντηση. Έστειλαν λοιπόν καμιά δεκαριά φαντάρους, δυό – τρεις Λοχίες (έφεδρους!), 30 περίπου βαρέλια γεμάτα καύσιμο, ένα Μπάουζερ γεμάτο κι’ αυτό και ένα μικρό τζιπάκι. Για καταλύματα και γραφείο χρησιμοποίησαν κάτι σκηνές και μια παλιοκατούνα. Έβαλαν και μια απευθείας γραμμή για Χαλκίδα και εδώ είμαστε! (Έδρα τους η Χαλκίδα – ΣΤΑΝΕΛ)
Διοικητής τότε στην 7η, ήταν ο επισμηναγός Καραγεωργούδης (RIP), Θεσσαλονικιός, εξ Υπαξιωματικών, φιλότιμος άνθρωπος, ο οποίος ενδιαφέρθηκε πολλές φορές για την ψυχοσωματική τους κατάσταση, ρωτώντας τόσο τους ίδιους όσο και τους προϊσταμένους τους στην Χαλκίδα, αλλά απάντηση δεν πήρε ποτέ. Ήθελαν να είναι ανεξάρτητοι. Έτσι πέρασε ο χειμώνας χωρίς να ξέρουμε τί έκαναν αυτά τα παιδιά εκεί κάτω. Ούτε από πλευράς διαβίωσης, ούτε από πλευράς πειθαρχίας!
Την άνοιξη του 1976, νέος Σμηναγός πιά, περίμενα μετάθεση για το επιτελείο της τότε 142ΠΑΕ στην Λάρισσα. Είχα ήδη διώξει την οικογένεια για Αθήνα και πνευματικά είχα αναχωρήσει κι’ εγώ. Γι’ αυτό και ανέλαβα Αξιωματικός Υπηρεσίας ανήμερα Μεγάλου Σαββάτου, αφήνοντας τους ντόπιους παντρεμένους ελεύθερους να μείνουν με την οικογένειά τους. Μια και δεν θα πήγαινα στην Ανάσταση, είπα να το εκμεταλλευτώ και να κοιμηθώ λίγο παραπάνω. Έτσι, κατά τις εντεκάμιση, αφού ησύχασα με τους σκοπούς, έπεσα να κοιμηθώ. Αλλά, άλλαι μεν αι βουλαί των ανθρώπων, άλλα ο διάβολος τους ετοιμάζει. Κατά τις δωδεκάμιση, ΝΤΡΙΝ! Τηλέφωνο! Μαθαίνω έκπληκτος ότι στην Σκύρο, την τελευταία μιάμιση ώρα είχαν συμβεί σημεία και τέρατα. Και να η ιστορία όπως την συναρμολόγησα από την διήγηση ενός Καραγεωργούδη στα πρόθυρα υστερικής κρίσης:
Ο Λοχίας που ήταν περίπολο στον σταθμό ανεφοδιασμού του Στρατού, φτάνει σε έναν από τους σκοπούς και τον βρίσκει κάτι να παλεύει με το όπλο του.
“Τί κάνεις εκεί βρε κόπανε;” τον ρωτάει.
“Να, Ανάσταση θα γίνει σε λίγο και ψαχουλεύω να δω πώς ρίχνει τούτο το ρημάδι για να ρίξω μια στον αέρα!” απαντάει ο σκοπός, “αλλά δεν καταλαβαίνω!!!!!”
“Έλα ρε βλάκα!”, του λέει ο “έξυπνος” ο Λοχίας, “θα σου δείξω εγώ!”
Παίρνει το Μ1 από τα χέρια του σκοπού, οπλίζει και …. πυροβολεί τον φαντάρο στο δεξί πόδι!!!!
Πανικός! Ο Λοχίας πετάει το Μ1 στις λάσπες και τρέχει να βρει τα κλειδιά του τζιπ αλλά από την ταραχή του δεν τα βρίσκει! Βρίσκει όμως τα κλειδιά του Μπάουζερ μέσα στο αυτοκίνητο. Βουτάει τον σκοπό όπως είναι του δένει με μια ζωστήρα το πόδι για να σταματήσει κάπως το αίμα (τρομάρα του!) και τραβά για την Σκύρο. Ανεβάζει εκείνο το θηρίο γεμάτο καύσιμο στην απίστευτη ανηφόρα που οδηγούσε στην πλατεία και φτάνει εκεί την ώρα που ο παππάς ψάλλει το “Χριστός Ανέστη” και αρχίζουν τα βαρελότα και οι ρουκέτες! Ο Καραγεωργούδης τρέχει και τον φτάνει και του φωνάζει να φύγει και εκείνος ο ανόητος του κάνει νόημα να τον αφήσει ήσυχο και να μην φωνάζει! Μέχρι να ανοίξει την πόρτα και να συνεννοηθούν περνούν αρκετά δευτερόλεπτα αγωνίας! Ευτυχώς ο Σκυριανός γιατρός (Γεώργιος Νικολάου) είναι κι’ αυτός στην Ανάσταση! Έρχεται τρέχοντας, ανοίγει το ιατρείο και παίρνει το “θύμα” μέσα διά τα περαιτέρω! Ο Λοχίας αφού άκουσε τα εξ αμάξης του από τον Καραγεωργούδη, κατεβαίνει κακήν κακώς με την όπισθεν, μια και στην πλατεία είναι αδύνατον να κάνει μανούβρα! Ο καλός θεός της Σκύρου έβαλε το χέρι του και η Χώρα δεν ισοπεδώθηκε το βράδυ εκείνο!
Ο Διοικητής μου λέει να ετοιμάσω το ασθενοφόρο και φύλλα πορείας για τον οδηγό και τον γιατρό μας για να μεταφέρουν τον τραυματία μέχρι την Κύμη με το πρωϊνό καράβι. Επίσης να ειδοποιήσω την Διοίκησή τους στην Χαλκίδα για να έρθουν να τον παραλάβουν από την Κύμη. Έτσι παίρνω τηλέφωνο στην Χαλκίδα και ξυπνάω τον Αξιωματικό Υπηρεσίας τους. Η ώρα είναι πια μία και τέταρτο και ακούω από την άλλη μια φωνή βαριεστημένη, του στυλ “τι στο διάλο θες και ‘σύ τέτοια ώρα!”. Είναι κάποιος Ταγματάρχης. Με το που αρχίζω να του εξηγώ τι έχει συμβεί πανικοβάλλεται αμέσως! Αν και του έχω διηγηθεί την ιστορία και τί θέλω απ’ αυτόν, με ρωτάει άλλες δυό ή τρεις φορές, “πώς έγινε;”, “πόσο σοβαρά είναι ο φαντάρος;”, “μέχρι που θα τον μεταφέρουμε εμείς;” και άλλα τέτοια! Του απαντώ με Ιώβεια υπομονή, γιατί σκέπτομαι ότι ο φουκαράς έχει ξυπνήσει απότομα και χρειάζεται λίγη ώρα να συνέλθει. Καθώς του μιλάω έρχεται ο οδηγός από την Σκύρο με το χαρτί του γιατρού που θα συνοδεύει τον τραυματία. Η ώρα είναι τώρα δύο, πέφτω στο κρεβάτι και βάζω το ξυπνητήρι να ξυπνήσω στις πέντε για να δω μήπως και γίνει καμμιά στραβή με το ασθενοφόρο.
Χτυπάει το τηλέφωνο! Ώρα τρείς! Ο Ταγματάρχης από την άλλη σε πανικό! Φαίνεται ότι χρειάστηκε μιάμιση ώρα για να χωνέψει τί του είχα πει! Ξαναρχίζει τις ίδιες ερωτήσεις. Του ξαναλέω την ιστορία από την αρχή: Τι ήθελε να κάνει ο φαντάρος, πως πήγε να του δείξει ο Λοχίας, πως εκπυρσοκρότησε το τουφέκι, πως ο φαντάρος τραυματίστηκε στο δεξί πόδι ….
“Στο πόδι; και σε ποιό σημείο του ποδιού;!”
Ήρεμος εγώ του εξηγώ “Μα σας το ξανάπα! Στην γάμπα!”
“Σε ποιά γάμπα;”
Αρχίζω να εκνευρίζομαι! “Στο δεξί πόδι σας είπα, άρα στην δεξιά γάμπα!”
“Ναι, εντάξει! Αλλά τι λέει ο γιατρός;”
“Μα αυτά που σας είπα!”
“Μου διαβάζετε σας παρακαλώ ποιά ακριβώς είναι η γνωμάτευση του γιατρού;”
Παίρνω το χαρτί του γιατρού βαριεστημένα και διαβάζω: “Διαμπερές τραύμα δεξιού γαστροκνημίου!”
Πανικόβλητος ο Ταγματάρχης: “Δηλαδή, στην κοιλιά τον βρήκε;”
“Μα, δεν ξέρεις ελληνικά χριστιανέ μου; στην γάμπα είπαμε! ΣΤΗΝ ΓΑΜΠΑ!” όλη μου η ευγένεια πήρε την κατηφόρα για τα Πουριά!
“Καλά”, μου λέει πιό μαλακωμένος ο άλλος “και η σφαίρα; η σφαίρα έμεινε μέσα;”
“Διαμπερές λέμε! ΔΙΑΜΠΕΡΕΕΕΕΕΣ!” ουρλιάζω εκτός εαυτού! “Κοιτάξτε ετοιμάστε τα χαρτιά για να φύγει το ασθενοφόρο σας να έρθει στην Κύμη! Χάνετε χρόνο άσκοπα!” και του κλείνω το τηλέφωνο!
Πού να με πάρει ο ύπνος! Στριφογυρίζω μέσα στα σεντόνια, αλλά που να ηρεμήσω! ΝΤΡΙΙΙΙΝ! Τέσσερις και τέταρτο! Παίρνω βαθειά ανάσα και σηκώνω το τηλέφωνο έτοιμος να εκραγώ!
“Καλημέρα!”μου λέει μια φωνή. “Είμαι ο Αντισυνταγματάρχης Τάδε, ο Διοικητής! Μπορείτε κύριε Σμηναγέ, να μου επαναλάβετε την ιστορία παρακαλώ;”
“Μα την έχω πει πάνω από τρεις φορές!”
“Σας παρακαλώ πείτε την άλλη μία φορά και σε μένα”
Τό και τό, επαναλαμβάνω την ιστορία! “Μήπως θέλετε να σας διαβάσω και το χαρτί του γιατρού; “ ρωτώ ψιλοειρωνικά.
“Όχι ευχαριστώ! “ μου απαντά. “Επιτέλους κατάλαβα, ευχαριστώ! Μείνετε ήσυχος, το ασθενοφόρο μας θα είναι στην ώρα του στην Κύμη! Δεν θα σας ενοχλήσουμε άλλο!”
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και βγήκα έξω. Έτσι κι’ αλλιώς δεν είχε νόημα να μείνω ξαπλωμένος πιά. Απόλαυσα τα χρώματα του λυκαυγούς και αργότερα πήγα να δω την ανατολή στην οθόνη του RADAR. Πάντα ο ηλεκτρονικός θόρυβος που βγάζει ο ήλιος μέσα στους δέκτες σε Raw, κατά την διάρκεια της ανατολής, με ηρεμούσε, σαν να μου μίλαγε το Σύμπαν και να μου έλεγε κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό!.
Το πρωί ο τραυματίας πήρε το δρόμο του για την Κύμη όπου τον παρέλαβε το άλλο ασθενοφόρο. Εγώ κάποια στιγμή πήρα τον δρόμο για το σπίτι όπου και κοιμήθηκα σαν κούτσουρο όλη την ημέρα. Και η Σκύρος γλέντησε και εκείνο το Πάσχα όπως και τόσα άλλα χωρίς να έχει καταλάβει από τι χαμό γλύτωσε!
Δημήτριος Κατελούζος
13 Φεβρουαρίου 2021